Χμμ… χμμ… ένα-δύο, ένα-δύο… Εντάξει…
Αγαπητοί συνκηδεύοντες, έλαχε σε μένα το θλιβερό καθήκον να εκφωνήσω τον αποχαιρετιστήριο λόγο για μισή και βάλε ντουζίνα αγαπημένους φίλους που μαζί τους πορευθήκαμε σε χαλεπούς καιρούς…
Συναθροιστήκαμε σήμερα εδώ να ξεπροβοδίσουμε στο τελευταίο τους ταξίδι, να συνοδεύσουμε προς την έξοδο του τούνελ μέχρι την κοιλάδα των νεκρών, αυτούς που ζήλεψε ο μαύρος Χάρος και ωσάν λουλούδι κλάδεψε και άρπαξε κυριολεκτικά μέσα από τα χέρια μας…
Φίλτατοι, ο Χάρος βγήκε παγανιά σας είδε και σας κούρσεψε, αχόρταγος και διψασμένος βολτάρει ανάμεσά μας, απλώνει τη χατζάρα του και παίρνει αθώα και χρήσιμα κεφάλια, αφήνοντας τα ένοχα και άχρηστα στη θέση τους.
Αγαπημένε Δεκατετρίτε μισθέ μας κι εσύ εξ’ ίσου πολύτιμε Δεκατετέταρτε που ζεσταίνατε την ύπαρξή μας, που ήσαστε η χαρά της ζωής, των εορτών και των διακοπών μας,
Ωρα σας Καλή
Καλή μας Εργασιακησχέση, μια κυρία ήσουν, σε σέβονταν ακόμα και οι άθλιοι των καταγωγίων, ουδείς είχε τη δύναμη να σε κουνήσει από το θρόνο σου και ιδού, το κατόρθωσε ο Χάρος.
Κι εσύ κυρία Σϋνταξη, παρηγοριά των αδυνάτων και ανήμπορων μας άφησες χρόνους, προτίμησες το νυμφώνα του Χάροντα από τις αγκάλες του αγωνιστή της ζωής.
Κι εμείς… κι εμείς… άβουλοι, άνευροι, απορημένοι, καθηλωμένοι, παγωμένοι και αποχαυνωμένοι, μελλοντικά δε σκελετωμένοι και κατόπιν πεθαμένοι, ρίχνουμε το βλέμμα στα αδειανά μας χέρια αναφωνώντας.
Περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις!
Για ένα να είστε σίγουροι αγαπημένοι εκλιπόντες.
Θα σας ακολουθήσουμε λίαν συντόμως εις το τάφον!
Και κλείνω αγαπητοί συμπάσχοντες καλώντας σας ν’ αναφωνήσετε μαζί μου την εξτρεμιστική, πλην ματαιότατη φράση
Να πεθάνει ο Χάρος!!!!
ΥΓ. Το ξέρω αγαπητοί μου πως είστε θυμωμένοι, αλλά βρε παιδιά δεν μπορεί, πλάκα μας κάνουν οι Χάροντες του κόσμου…
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ακούμε τα σχολιανά μας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ακούμε τα σχολιανά μας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή, Απριλίου 30, 2010
Τρίτη, Μαρτίου 23, 2010
Πολλοί τη δόξα εμίσησαν το χρήμα ουδείς...
΄
Όλοι είναι καλοί μέχρις αποδείξεως του εναντίον...
Όλοι είναι καλοί μέχρις αποδείξεως του εναντίον...
Τα ράσα δεν κάνουν τον παπά...
Ο έχων δύο χιτώνες οφείλει να τους κάνει τέσσερις...
Όλα τα γουρούνια έχουν την ίδια μούρη...
Όλα εδώ πληρώνονται όμως...
και στο κάτω-κάτω,
Γελάει καλά όποιος γελάει τελευταίος...
Αφιερωμένο εξαιρετικά μαζί με το παραμύθι "Ο Φαταούλας και ο Νηστικός"
Τρίτη, Φεβρουαρίου 23, 2010
Τα χρόνια που ήρθαν...
“Τα εν Οίκω μη εν Δήμω”, έλεγε η σπουδαγμένη θεία Φανή που έκανε κουμάντο τέσσερις οικογένειες, μαζί και τη δική μας, ως η μεγαλύτερη αδελφή του πατέρα.
Το άκουγε η γιαγιά και μας συμβούλευε χαμηλόφωνα και συνωμοτικά.
'''Ακούσατε τι είπε η θεία σας, “τα του οίκου μη στο Δήμο”, όπου Δήμος για τη γιαγιά ο κυρ Δήμος ο μπακάλης που ήταν ο κουτσομπόλης της γειτονιάς και έμενε δίπλα μας.
Το έμαθε και η μάνα μου και μας κουνούσε το δάχτυλο.
'“Σουτ, δεν θα λέτε έξω ότι συζητάμε στο σπίτι, του οίκου μας δεν τα βγάζουμε στη φόρα και στον Δήμαρχο”'…
Με τόσα ρητά, μάθαμε κι εμείς να μιλάμε χαμηλόφωνα, να μαλώνουμε χαμηλόφωνα, να χαιρόμαστε χαμηλόφωνα .
Τα χρόνια που ήρθαν άλλαξαν τα ήθη, άλλαξαν κι εμάς, μας άλλαξαν τα φώτα γενικά και ποιος νοιάζεται σήμερα αν τα “εν οίκω μας” φτάσουν στ’ αυτιά του Δήμου, του κυρ-Δήμου ή του Δημάρχου…
Το αντίθετα θα έλεγα. Επιζητούμε πλέον να τα βγάλουμε στη φόρα, να ξεβρακωθούμε δημοσίως, πανελληνίως και παγκοσμίως, ποζάροντας μάλιστα σε κάμερες με μαλλί κομμωτηρίου και την καλή μας ενδυμασία ή τα άψογα Αγγλικά μας και ότι ήθελε προκύψει…
Τι έγινε; Η ανάγκη ν’ ακουστούμε, πολίτες και δημόσιοι λειτουργοί, να πούμε τον πόνο μας, να επικοινωνήσουμε ίσως, είναι βουνό που πέφτει και καταπλακώνει αξιοπρέπεια, αξίες, την ιδιωτική μας ζωή, τα κάποτε κρατικά μυστικά, τις πολύτιμες στιγμές που κρατούσαμε μόνο για μας…
Όλα μας τα πήραν τα χρόνια που ήρθαν, αυτά τα ξένα χρόνια που δεν μας ταιριάζουν που δεν ήταν για μας…
Τι μας έχει μείνει τελικά;
Το άκουγε η γιαγιά και μας συμβούλευε χαμηλόφωνα και συνωμοτικά.
'''Ακούσατε τι είπε η θεία σας, “τα του οίκου μη στο Δήμο”, όπου Δήμος για τη γιαγιά ο κυρ Δήμος ο μπακάλης που ήταν ο κουτσομπόλης της γειτονιάς και έμενε δίπλα μας.
Το έμαθε και η μάνα μου και μας κουνούσε το δάχτυλο.
'“Σουτ, δεν θα λέτε έξω ότι συζητάμε στο σπίτι, του οίκου μας δεν τα βγάζουμε στη φόρα και στον Δήμαρχο”'…
Με τόσα ρητά, μάθαμε κι εμείς να μιλάμε χαμηλόφωνα, να μαλώνουμε χαμηλόφωνα, να χαιρόμαστε χαμηλόφωνα .
Τα χρόνια που ήρθαν άλλαξαν τα ήθη, άλλαξαν κι εμάς, μας άλλαξαν τα φώτα γενικά και ποιος νοιάζεται σήμερα αν τα “εν οίκω μας” φτάσουν στ’ αυτιά του Δήμου, του κυρ-Δήμου ή του Δημάρχου…
Το αντίθετα θα έλεγα. Επιζητούμε πλέον να τα βγάλουμε στη φόρα, να ξεβρακωθούμε δημοσίως, πανελληνίως και παγκοσμίως, ποζάροντας μάλιστα σε κάμερες με μαλλί κομμωτηρίου και την καλή μας ενδυμασία ή τα άψογα Αγγλικά μας και ότι ήθελε προκύψει…
Τι έγινε; Η ανάγκη ν’ ακουστούμε, πολίτες και δημόσιοι λειτουργοί, να πούμε τον πόνο μας, να επικοινωνήσουμε ίσως, είναι βουνό που πέφτει και καταπλακώνει αξιοπρέπεια, αξίες, την ιδιωτική μας ζωή, τα κάποτε κρατικά μυστικά, τις πολύτιμες στιγμές που κρατούσαμε μόνο για μας…
Όλα μας τα πήραν τα χρόνια που ήρθαν, αυτά τα ξένα χρόνια που δεν μας ταιριάζουν που δεν ήταν για μας…
Τι μας έχει μείνει τελικά;
Ετικέτες
Ακούμε τα σχολιανά μας
Τετάρτη, Φεβρουαρίου 03, 2010
Περί του τίποτα...
Και ήρθαν χρόνοι δίσεκτοι...
Τώρα πια η κουλτούρα, οι αξίες, η παιδεία μας. έχουν χτίσει θεμέλια στην κλειδαρότρυπα, στο βαμμένο ξανθό, την αμάθεια τον τυχοδιωκτισμό.
Ο προβληματισμός, τα άγχη μας, προέρχονται από τα τεκταινόμενα στα ροζ σεντόνια των τηλε(τρόπος του λέγειν- σταρ), η εκπαίδευσή μας στηρίζεται στις γνώσεις και αναλύσεις των "ιθυνόντων" περί του τίποτα που εισέβαλαν μέσω του πανίσχυρου όπως αποδείχτηκε, γιάλινου ματιού στο σπίτι μας, καθιέρωσαν άλλα ήθη, αναστάτωσαν και πρόσβαλαν την αισθητική μας, μας άφησαν έκθετους στην αθλιότητα και το ψέμα.
Οι γυναίκες ζουν εικονικά, δανειζόμενες λίγη από τη χρυσόσκονη που είναι πασπαλισμένη στα ανέκφραστα πρόσωπα και που ένα φύσημα είναι αρκετό για να πάνε όλα περίπατο
Τα κορίτσια ταυτίζονται με επικίνδυνες και ανύπαρκτες καταστάσεις , αθώα κοριτσίστικα όνειρα που ξεγελάστηκαν σε αχρείους καιρούς από πουλημένες συνειδήσεις...
Και δεν ιδρώνει το αυτί κανενός που εδώ ο κόσμος καίγεται...
O tempora, o mores... και το κακό συναπάντημα στο μεγαλείο του και δεν μας μένει άλλο, παρά να μας σώσει ο Μεγαλοδύναμος...
Αμήν!
Ετικέτες
Ακούμε τα σχολιανά μας
Δευτέρα, Νοεμβρίου 16, 2009
Χαιρετίσματα από τον κ. Ψυχιατρικόπουλο
Γεια σας, τι κάνετε, καλά; Κι εγώ καλά είμαι, μόλις γύρισα από τον ψυχίατρό μου, τα χαιρετίσματά του έχετε και σας περιμένει.
Πώς είναι; Όταν πήγα καλά ήταν, φεύγοντας τον είδα κάπως… έλεγε επί ένα μισάωρο “Τι λες κυρά μου, τι λες, κυρά μου, τι λες κυρά μου” , του συνέστησα να κλείσει ραντεβού με τον δικό του ψυχίατρο.
Τι πάρλα είναι αυτή που μ’ έπιασε πάλι; Θα σας πω την ιστορία από την αρχή.
Πήγα λοιπόν στον κ. Ψυχιατρικόπουλο καλού κακού, διότι τελευταία μερικοί μου πέταξαν κατάμουτρα πως δεν είμαι άνθρωπος, είμαι λέει, βλήτο. Άκου τώρα…
Αυτό έγινε όταν είπα κι εγώ ν’ ασχοληθώ με κάτι για να είμαι δημιουργική και κατόπιν ωρίμου σκέψεως, βγήκα στο κουρμπέτι να κυνηγήσω εκείνον τον λήσταρχο τον σχιζοφρενή για τον οποίο φήμες έλεγαν πως κυκλοφορεί εδώ γύρω.
Στην πορεία όμως αντιμετώπισα το εξής δίλημμα διότι υπήρχαν συγκεχυμένες πληροφορίες για το θέμα.
Γεννήθηκε επί τέλους ο ιός της κ. Νέας Γρίπης, δεν γεννήθηκε και αν ναι, θα μας έρθει, δεν θα μας έρθει, μήπως ήρθε και δεν τον προϋπαντήσαμε, με τι μέσον ήρθε και από πού και αφ’ ενός δεν γνωρίζω πόσους ιούς έχει κι αυτή η πολύτεκνη, αφ’ ετέρου έτσι και μας έρθουν όλοι μαζί, τι να τους κάνουμε καλέ, πού να τους βάλουμε, πώς να τους φερθούμε για να μην παρεξηγηθεί και η μαμά τους;
Πρώτον αυτό και δεύτερον, εδώ και χρόνια μου λένε πως είμαι γνωστή και μη εξαιρετέα για κάποιον σοβαρό λόγο, που σημαίνει μεταξύ των άλλων πως το μυαλό μου μέχρι πρότινος δεν είχε αλλάξει θέση.
Το πίστεψα κι εγώ και μεταφέρω αυτά που με τα ίδια μου τ’ αυτάκια και τα μεγάλα μου ματάκια, άκουσα και είδα, για να έχω και τη δική σας γνώμη
Πρόκειται για τέσσερις κυρίους - αυτοί κι αν είναι γνωστοί και μη εξαιρετέοι - που είναι ειδικοί σε όλα τα θέματα που αφορούν ιούς και θυγατέρες να επιμένουν πως άτομο με την ονομασία Νέα Γρίπη δεν έχει καταγραφεί σε κανένα κιτάπι και αν παρ’ ελπίδα κυκλοφορεί λαθραία, δεν έχει πια και τόσους πολλούς ιούς, ούτε τόσο πολεμοχαρείς που να μην ξέρουμε ποιο όπλο ν’ αρπάξουμε, οι ίδιοι δε ως φιλήσυχοι πολίτες και γνώστες του θέματος, δεν θα έπιαναν ποτέ τέτοιο πράγμα στα χέρια τους τους.
Εξ άλλου ένα όπλο μόνον κυκλοφορεί στα αρμόδια οπλοπωλεία και αυτό λέγεται εμβόλιο της Κοινής Γρίπης μας είπαν και πως πρέπει να το χρησιμοποιήσουν όσοι έχουν σοβαρό λόγο, κάτι ας πούμε σαν το σύνδρομο του Ηρώδη.
Εντάξει, το πίστεψα και ησύχασα, διαβεβαίωσα και τη θεία μου την Κούλα που είχε πάθει πανικό για το αν προλάβει να χαρεί τα νιάτα της, πως θα τα ξεπεράσει τα εκατό - τώρα είναι ογδόντα επτά και επτά μηνών- και καλά ως εδώ.
Το πρόβλημα που με οδήγησε στον κ. Ψυχιατρικόπουλο, ξεκίνησε μια εβδομάδα μετά.
Ήταν τότε που άκουσα και είδα τους ίδιους τους κατάιδιους σας λέω, γνωστούς και μη εξαιρετέους, να μου τα γυρίζουν και να τα λεν ανάποδα.
Βεβαίως είπαν, είναι διαπιστωμένο πως η μαντάμ Γρίπη γέννησε πρόσφατα αυτόν τον καινούργιο ιό που τον ονόμασε Piggy ή κάπως έτσι θα σας γελάσω, να της ζήσει κιόλας που έτσι και του τη δώσει και κάνει επέλαση χαιρέτα μας τον πλάτανο και ότι αυτοί οι ίδιου θα αρματωθούν μέχρι εκεί που δεν παίρνει από το τελευταίας τεχνολογίας οπλοστάσιο, συστήνουν μάλιστα στον κοσμάκη να κάνει το ίδιο.
Να δεις που αυτούς κάποιος κακός τους απείλησε, υποπτεύομαι τον ίδιο τον ιό που τον ξέρουν και μας τον κρύβουν…
Και ρωτάω. Τι να πιστέψω τώρα εγώ καλέ, πώς να μην χρειαστώ τη βοήθεια του τρελογιατρού μου και κυρίως τι να πω στη θεία Κούλα που έτσι και της επιτεθεί εκείνο το παλιόπαιδο, αυτός ο Piggy ντε, θα με αποκληρώσει;
Αυτά είπα στον ψυχίατρό μου και του κόλλησε το “τι λες κυρά μου”,
Από κει και πέρα ο ιός και η ψυχή μας, εγώ το χρέος μου το έπραξα, σας τα είπα όλα όπως έγιναν, λέω να τον περιμένουμε πρώτα, αυτός να δεις ή που θα μας βγει Αττίλας ή που θα είναι προβατάκι του θεού και θα πάει χαμένο το κυνηγητό…
Άντε, γεια σας πάλι και αν δείτε τους κυρίους ειδικούς να τους πείτε και ο ιός να μην τους λιώσει, η γκρίνια μου θα τους ξαπλώσει…
Πώς είναι; Όταν πήγα καλά ήταν, φεύγοντας τον είδα κάπως… έλεγε επί ένα μισάωρο “Τι λες κυρά μου, τι λες, κυρά μου, τι λες κυρά μου” , του συνέστησα να κλείσει ραντεβού με τον δικό του ψυχίατρο.
Τι πάρλα είναι αυτή που μ’ έπιασε πάλι; Θα σας πω την ιστορία από την αρχή.
Πήγα λοιπόν στον κ. Ψυχιατρικόπουλο καλού κακού, διότι τελευταία μερικοί μου πέταξαν κατάμουτρα πως δεν είμαι άνθρωπος, είμαι λέει, βλήτο. Άκου τώρα…
Αυτό έγινε όταν είπα κι εγώ ν’ ασχοληθώ με κάτι για να είμαι δημιουργική και κατόπιν ωρίμου σκέψεως, βγήκα στο κουρμπέτι να κυνηγήσω εκείνον τον λήσταρχο τον σχιζοφρενή για τον οποίο φήμες έλεγαν πως κυκλοφορεί εδώ γύρω.
Στην πορεία όμως αντιμετώπισα το εξής δίλημμα διότι υπήρχαν συγκεχυμένες πληροφορίες για το θέμα.
Γεννήθηκε επί τέλους ο ιός της κ. Νέας Γρίπης, δεν γεννήθηκε και αν ναι, θα μας έρθει, δεν θα μας έρθει, μήπως ήρθε και δεν τον προϋπαντήσαμε, με τι μέσον ήρθε και από πού και αφ’ ενός δεν γνωρίζω πόσους ιούς έχει κι αυτή η πολύτεκνη, αφ’ ετέρου έτσι και μας έρθουν όλοι μαζί, τι να τους κάνουμε καλέ, πού να τους βάλουμε, πώς να τους φερθούμε για να μην παρεξηγηθεί και η μαμά τους;
Πρώτον αυτό και δεύτερον, εδώ και χρόνια μου λένε πως είμαι γνωστή και μη εξαιρετέα για κάποιον σοβαρό λόγο, που σημαίνει μεταξύ των άλλων πως το μυαλό μου μέχρι πρότινος δεν είχε αλλάξει θέση.
Το πίστεψα κι εγώ και μεταφέρω αυτά που με τα ίδια μου τ’ αυτάκια και τα μεγάλα μου ματάκια, άκουσα και είδα, για να έχω και τη δική σας γνώμη
Πρόκειται για τέσσερις κυρίους - αυτοί κι αν είναι γνωστοί και μη εξαιρετέοι - που είναι ειδικοί σε όλα τα θέματα που αφορούν ιούς και θυγατέρες να επιμένουν πως άτομο με την ονομασία Νέα Γρίπη δεν έχει καταγραφεί σε κανένα κιτάπι και αν παρ’ ελπίδα κυκλοφορεί λαθραία, δεν έχει πια και τόσους πολλούς ιούς, ούτε τόσο πολεμοχαρείς που να μην ξέρουμε ποιο όπλο ν’ αρπάξουμε, οι ίδιοι δε ως φιλήσυχοι πολίτες και γνώστες του θέματος, δεν θα έπιαναν ποτέ τέτοιο πράγμα στα χέρια τους τους.
Εξ άλλου ένα όπλο μόνον κυκλοφορεί στα αρμόδια οπλοπωλεία και αυτό λέγεται εμβόλιο της Κοινής Γρίπης μας είπαν και πως πρέπει να το χρησιμοποιήσουν όσοι έχουν σοβαρό λόγο, κάτι ας πούμε σαν το σύνδρομο του Ηρώδη.
Εντάξει, το πίστεψα και ησύχασα, διαβεβαίωσα και τη θεία μου την Κούλα που είχε πάθει πανικό για το αν προλάβει να χαρεί τα νιάτα της, πως θα τα ξεπεράσει τα εκατό - τώρα είναι ογδόντα επτά και επτά μηνών- και καλά ως εδώ.
Το πρόβλημα που με οδήγησε στον κ. Ψυχιατρικόπουλο, ξεκίνησε μια εβδομάδα μετά.
Ήταν τότε που άκουσα και είδα τους ίδιους τους κατάιδιους σας λέω, γνωστούς και μη εξαιρετέους, να μου τα γυρίζουν και να τα λεν ανάποδα.
Βεβαίως είπαν, είναι διαπιστωμένο πως η μαντάμ Γρίπη γέννησε πρόσφατα αυτόν τον καινούργιο ιό που τον ονόμασε Piggy ή κάπως έτσι θα σας γελάσω, να της ζήσει κιόλας που έτσι και του τη δώσει και κάνει επέλαση χαιρέτα μας τον πλάτανο και ότι αυτοί οι ίδιου θα αρματωθούν μέχρι εκεί που δεν παίρνει από το τελευταίας τεχνολογίας οπλοστάσιο, συστήνουν μάλιστα στον κοσμάκη να κάνει το ίδιο.
Να δεις που αυτούς κάποιος κακός τους απείλησε, υποπτεύομαι τον ίδιο τον ιό που τον ξέρουν και μας τον κρύβουν…
Και ρωτάω. Τι να πιστέψω τώρα εγώ καλέ, πώς να μην χρειαστώ τη βοήθεια του τρελογιατρού μου και κυρίως τι να πω στη θεία Κούλα που έτσι και της επιτεθεί εκείνο το παλιόπαιδο, αυτός ο Piggy ντε, θα με αποκληρώσει;
Αυτά είπα στον ψυχίατρό μου και του κόλλησε το “τι λες κυρά μου”,
Από κει και πέρα ο ιός και η ψυχή μας, εγώ το χρέος μου το έπραξα, σας τα είπα όλα όπως έγιναν, λέω να τον περιμένουμε πρώτα, αυτός να δεις ή που θα μας βγει Αττίλας ή που θα είναι προβατάκι του θεού και θα πάει χαμένο το κυνηγητό…
Άντε, γεια σας πάλι και αν δείτε τους κυρίους ειδικούς να τους πείτε και ο ιός να μην τους λιώσει, η γκρίνια μου θα τους ξαπλώσει…
Ετικέτες
Ακούμε τα σχολιανά μας
Τρίτη, Νοεμβρίου 03, 2009
Αξιότιμοι γείτονες... (Α πα, πα μέσα στη γκρίνια είναι πάλι αυτή καλέ...)
Αξιότιμοι γείτονες λέω,
Πρώτον να καλωσορίσω στη γειτονιά όσους έχουν εγκατασταθεί πρόσφατα, δηλαδή τι πρόσφατα, τα τελευταία είκοσι χρόνια κι ακόμα το βιολί βιολάκι τους και να πω δυο λόγια για να πάρετε μια ιδέα σε τι είδους γειτονιά έχετε μετακομίσει.
Η γειτονιά μας πουλάκια μου, εκείνον τον άγιο καιρό είχε μονοκατοικίες κουκλίστικες, ασβεστωμένες ή βαμμένες στα χρώματα του ουράνιου τόξου με καταπράσινες αυλές από τις γλάστρες, τα γιασεμιά και τις τριανταφυλλιές, δέντρα υψώνονταν για ίσκιο, από συκιές μέχρι ελιές, τα πεζοδρόμια με δέντρα στη σειρά κι αυτά, πλένονταν με καθαρό νεράκι κάθε απόγευμα για ν’ απολαμβάνουν οι γείτονες τα δειλινά, καθισμένοι στα σκαμνάκια και τα σκαλοπάτια τους.
Σε κάθε τετράγωνο στήνονταν παρέες, με καφέ και γλυκό του κουταλιού που κερνούσε η μια γειτόνισσα στην άλλη και σαν τελείωναν με τα δικά τους, πετάγονταν μέχρι το επόμενο τετράγωνο για να διευρύνουν τις κοινωνικές επαφές.
Οι ατμοί των φαγητών πετούσαν στον αέρα και άφηναν τις οσμές τους, τόσο όσο χρειαζόταν για να δηλώσουν στους γείτονες το μεσημεριανό τραπέζι.
Οι σχέσεις των γειτόνων ήταν αγαπησιάρικες και το πολύ-πολύ να κουτσομπόλευε η μια νοικοκυρά τη μπουγάδα της άλλης.
Πρέπει να μάθετε όμως πως ότι και να γινόταν, σε περίπτωση ανάγκης συνέτρεχαν οι πάντες και κανείς δεν ένιωθε μόνος κι έρημος.
Ο δρόμος μας έλαμπε από καθαριότητα, και αν αραιά και που εμφανιζόταν οδοκαθαριστής, οι νοικοκυρές το θεωρούσαν προσβολή, τι δουλειά είχε ξένος άνθρωπος με τα δικά τους τα σκουπίδια.
Το Πάσχα γύριζαν όλοι μαζί τ’ αρνιά στις αυλές, ακόμα και στα πεζοδρόμια και όλες μαζί σιδέρωναν τα προικιά του κοριτσιού που ετοιμάζονταν για γάμο.
Διαρρήκτες; Τι είναι αυτό; Και πες πως βρίσκονταν κανένας, που να τολμήσει και που να κρυφτεί;
Αχρείαστα να είναι τα κλειδιά, έλεγε η γιαγιά μου γιατί αν ο κόσμος φτάσει να κλειδώνει το σπίτι του, πάει, θα μας κάψει ο θεός!
“… και μπήκε χρόνος δίσεκτος και μήνες ωργισμένοι…” και καλά γκρεμοτσακίσαμε τα λουσμένα στο φως σπιτάκια μας και χτίσαμε εκείνα τα κάθετα σπιρτόκουτα και απαγορεύσαμε στον ήλιο να μας ενοχλεί και μαζευτήκαμε από εκατό χωριά χωριάτες στο ίδιο σπίτι.
Από κει και πέρα βρε καλοί μου γείτονες, τι έχουν τα κουλά μας και δεν μπορούν ν’ ανοίξουν τον κάδο να σαβουρντίσουν έστω τα σκουπίδια μας;
Τόσο πολύ αγαπάμε τ’ αποφάγια και τα χαρτιά υγείας και τ αφήνουμε να καμαρώνουν στα πεζοδρόμια, μπροστά στα μάτια και κάτω από τη μύτη του όποιου δυστυχούς;
Γιατί δηλαδή αναγκάζουμε τον κάθε κατακαημένο μπορεί δεν μπορεί, να χοροπηδάει σαν κατσαρίδα που μύρισε εντομοκτόνο για να μην πατήσει τα σ…α μας;
Και δεν μου λέτε; Πόσο μεγαλοπιαστήκαμε πια και αποκηρύξαμε τη σκούπα που μια χαρά εξαφανίζει τα λαδωμένα από τις τυρόπιττες χαρτιά στο πεζοδρόμιό μας και τις πλαστικές σακούλες και απαιτούμε από τον Δήμο μόνο να τηρεί το “διατηρείτε την πόλη καθαρή” που γράφουν και οι κάδοι;
Αμ το άλλο; Τους ατμούς και τις οσμές της κουζίνας δεν τις διαλύει ο αέρας πια, από πού να περάσει κι αυτός, παρά μου τα στέλνουν οι αποροφητήρες στην κρεβατοκάμαρα, το σαλόνι και γενικώς στη μούρη μου.
Καλά, εδώ φταίει άλλος…
Και τώρα που πήρα φόρα, τα παρτεράκια που μάλωσα με τον μηχανικό για να τα φτιάξει στον κενό χώρο μπροστά στην πολυκατοικία μας και τα φύτεψα με λογής τριανταφυλλιές γιατί μου τα ρημάζετε που να σας μπουν τριάντα αγκάθια όπως εκείνη την ωραία στο παραμύθι και να ξυπνήσετε μετά από τριάντα χρόνια;
Τουλάχιστον ν’ αφήνατε τα δεντράκια που φυτέψαμε στο πεζοδρόμιο να μεγαλώσουν και να μην τα παίρνατε σβάρνα με το παρκάρισμα.
Αλλά θα σας ξεφουσκώσω εγώ τα λάστιχα καμιά μέρα να μάθετε…
Βρε χρυσή μου κυρά Μαρίκα (τρόπος του λέγειν δηλαδή) τόσες φορές σου είπαμε να μην τινάζεις τα χαλιά σου όταν βλέπεις τη φουκαριάρα τη μικρομάνα με τα τρία μωρά ν’ απλώνει τα ρουχαλάκια τους.
Δεν θα σου φύγει όμως μια φορά από τα χέρια; Είμαι πιο σβέλτη από σένα, θα σου τα κόψω τα κρόσια…
Καλά, εσένα που βάζεις τα σκυλοτράγουδα στη διαπασών και τραντάζονται τα τζάμια και μας λες ότι δεν είναι ώρα κοινής ησυχίας που να σου σπάσει το στερεοφωνικό, ξέρω τι θα σε κάνω. Θα πάρεις πόδι μόλις λήξει το συμβόλαιο…
Ρε συ φίλε από τον έβδομο, αφού με βλέπεις που έρχομαι πίσω σου, γιατί παίρνεις φόρα και μου κλείνεις την πόρτα του ασανσέρ στα μούτρα, πότε να περιμένω ν’ ανεβεί, να κατεβεί, να πάω κι εγώ στον τέταρτο που έχω φορτωθεί και σαν το ζωντανό;
Τώρα θα μου πεις καλύτερα, γιατί ποιος ξέρει πόσο παστουρμά έφαγες πάλι…
Μωρ’ συ με το κορακί μαλλί βάλε λιγότερο πατσουλί, είναι ανάγκη να παίρνουμε μυρωδιά πότε μπαίνεις, πότε βγαίνεις;
Με σένα την από πάνω μου να δω πώς θα ξεμπλέξω. Χριστιανή μου, τι κάνεις όλη μέρα, η περιέργεια θα με φάει.
Γιατί μόλις πάει δώδεκα, την ώρα που βγαίνουν τα φαντάσματα ξεσηκώνεσαι και τραβολογάς τους καναπέδες και τα τραπέζια, κυνηγητό παίζεις μαζί τους;
Άσε με να κοιμηθώ κομματάκι που βλέπω εφιάλτες ότι μούρχονται οι καρέκλες σου στο κεφάλι…
Ας μη μιλήσουμε για ανθρώπινο ενδιαφέρον γιατί θα γίνω έξαλλη. Ακούμε τη γυναίκα να φωνάζει βοήθεια που τρώει ξύλο και δεν ορμάμε όλοι μαζί να κόψουμε τα ξερά του τζάμπα μάγκα. Καλέ παρεμπιπτόντως, τι έγιναν οι άντρες;
Δεν είναι δική μας δουλειά θα μου πείτε, μήπως τουλάχιστον είναι δική μας η δουλειά να ψελλίζουμε μια καλημέρα στο γείτονα;
Το λέω γιατί μας βλέπω στα μουγκά να μπαίνουμε στα κουφά να βγαίνουμε, ακόμα και από το διπλανό διαμέρισμα
Κι εσύ μωρή σουρτούκω κάνε λίγο τη δύσκολη, τι μου κουβαλάς όλη την Τετάρτη Μεραρχία;
Και πού είστε; Ο τελευταίος ας κλείσει τουλάχιστον την πόρτα της πολυκατοικίας που έτσι και χαλάσει ο μηχανισμός χ……..ε που γίνεται το μπάτε σκύλοι και αλέστε…
Ωχ, με την κουβέντα ξεχάστηκα, είχα σκοπό σήμερα να τσακώσω τον χαμένο που σουτάρει τα σκουπίδια από το μπαλκόνι…
Θα τον βάλω εγώ να τα φάει.
Εγώ τα λέω, εγώ τ’ ακούω και γραμμένη με έχετε, είπατε;
Που να σας γράψει το Υπουργείο Οικονομικών και το Απασχόλησης μαζί, εκεί που ξέρετε…
Πρώτον να καλωσορίσω στη γειτονιά όσους έχουν εγκατασταθεί πρόσφατα, δηλαδή τι πρόσφατα, τα τελευταία είκοσι χρόνια κι ακόμα το βιολί βιολάκι τους και να πω δυο λόγια για να πάρετε μια ιδέα σε τι είδους γειτονιά έχετε μετακομίσει.
Η γειτονιά μας πουλάκια μου, εκείνον τον άγιο καιρό είχε μονοκατοικίες κουκλίστικες, ασβεστωμένες ή βαμμένες στα χρώματα του ουράνιου τόξου με καταπράσινες αυλές από τις γλάστρες, τα γιασεμιά και τις τριανταφυλλιές, δέντρα υψώνονταν για ίσκιο, από συκιές μέχρι ελιές, τα πεζοδρόμια με δέντρα στη σειρά κι αυτά, πλένονταν με καθαρό νεράκι κάθε απόγευμα για ν’ απολαμβάνουν οι γείτονες τα δειλινά, καθισμένοι στα σκαμνάκια και τα σκαλοπάτια τους.
Σε κάθε τετράγωνο στήνονταν παρέες, με καφέ και γλυκό του κουταλιού που κερνούσε η μια γειτόνισσα στην άλλη και σαν τελείωναν με τα δικά τους, πετάγονταν μέχρι το επόμενο τετράγωνο για να διευρύνουν τις κοινωνικές επαφές.
Οι ατμοί των φαγητών πετούσαν στον αέρα και άφηναν τις οσμές τους, τόσο όσο χρειαζόταν για να δηλώσουν στους γείτονες το μεσημεριανό τραπέζι.
Οι σχέσεις των γειτόνων ήταν αγαπησιάρικες και το πολύ-πολύ να κουτσομπόλευε η μια νοικοκυρά τη μπουγάδα της άλλης.
Πρέπει να μάθετε όμως πως ότι και να γινόταν, σε περίπτωση ανάγκης συνέτρεχαν οι πάντες και κανείς δεν ένιωθε μόνος κι έρημος.
Ο δρόμος μας έλαμπε από καθαριότητα, και αν αραιά και που εμφανιζόταν οδοκαθαριστής, οι νοικοκυρές το θεωρούσαν προσβολή, τι δουλειά είχε ξένος άνθρωπος με τα δικά τους τα σκουπίδια.
Το Πάσχα γύριζαν όλοι μαζί τ’ αρνιά στις αυλές, ακόμα και στα πεζοδρόμια και όλες μαζί σιδέρωναν τα προικιά του κοριτσιού που ετοιμάζονταν για γάμο.
Διαρρήκτες; Τι είναι αυτό; Και πες πως βρίσκονταν κανένας, που να τολμήσει και που να κρυφτεί;
Αχρείαστα να είναι τα κλειδιά, έλεγε η γιαγιά μου γιατί αν ο κόσμος φτάσει να κλειδώνει το σπίτι του, πάει, θα μας κάψει ο θεός!
“… και μπήκε χρόνος δίσεκτος και μήνες ωργισμένοι…” και καλά γκρεμοτσακίσαμε τα λουσμένα στο φως σπιτάκια μας και χτίσαμε εκείνα τα κάθετα σπιρτόκουτα και απαγορεύσαμε στον ήλιο να μας ενοχλεί και μαζευτήκαμε από εκατό χωριά χωριάτες στο ίδιο σπίτι.
Από κει και πέρα βρε καλοί μου γείτονες, τι έχουν τα κουλά μας και δεν μπορούν ν’ ανοίξουν τον κάδο να σαβουρντίσουν έστω τα σκουπίδια μας;
Τόσο πολύ αγαπάμε τ’ αποφάγια και τα χαρτιά υγείας και τ αφήνουμε να καμαρώνουν στα πεζοδρόμια, μπροστά στα μάτια και κάτω από τη μύτη του όποιου δυστυχούς;
Γιατί δηλαδή αναγκάζουμε τον κάθε κατακαημένο μπορεί δεν μπορεί, να χοροπηδάει σαν κατσαρίδα που μύρισε εντομοκτόνο για να μην πατήσει τα σ…α μας;
Και δεν μου λέτε; Πόσο μεγαλοπιαστήκαμε πια και αποκηρύξαμε τη σκούπα που μια χαρά εξαφανίζει τα λαδωμένα από τις τυρόπιττες χαρτιά στο πεζοδρόμιό μας και τις πλαστικές σακούλες και απαιτούμε από τον Δήμο μόνο να τηρεί το “διατηρείτε την πόλη καθαρή” που γράφουν και οι κάδοι;
Αμ το άλλο; Τους ατμούς και τις οσμές της κουζίνας δεν τις διαλύει ο αέρας πια, από πού να περάσει κι αυτός, παρά μου τα στέλνουν οι αποροφητήρες στην κρεβατοκάμαρα, το σαλόνι και γενικώς στη μούρη μου.
Καλά, εδώ φταίει άλλος…
Και τώρα που πήρα φόρα, τα παρτεράκια που μάλωσα με τον μηχανικό για να τα φτιάξει στον κενό χώρο μπροστά στην πολυκατοικία μας και τα φύτεψα με λογής τριανταφυλλιές γιατί μου τα ρημάζετε που να σας μπουν τριάντα αγκάθια όπως εκείνη την ωραία στο παραμύθι και να ξυπνήσετε μετά από τριάντα χρόνια;
Τουλάχιστον ν’ αφήνατε τα δεντράκια που φυτέψαμε στο πεζοδρόμιο να μεγαλώσουν και να μην τα παίρνατε σβάρνα με το παρκάρισμα.
Αλλά θα σας ξεφουσκώσω εγώ τα λάστιχα καμιά μέρα να μάθετε…
Βρε χρυσή μου κυρά Μαρίκα (τρόπος του λέγειν δηλαδή) τόσες φορές σου είπαμε να μην τινάζεις τα χαλιά σου όταν βλέπεις τη φουκαριάρα τη μικρομάνα με τα τρία μωρά ν’ απλώνει τα ρουχαλάκια τους.
Δεν θα σου φύγει όμως μια φορά από τα χέρια; Είμαι πιο σβέλτη από σένα, θα σου τα κόψω τα κρόσια…
Καλά, εσένα που βάζεις τα σκυλοτράγουδα στη διαπασών και τραντάζονται τα τζάμια και μας λες ότι δεν είναι ώρα κοινής ησυχίας που να σου σπάσει το στερεοφωνικό, ξέρω τι θα σε κάνω. Θα πάρεις πόδι μόλις λήξει το συμβόλαιο…
Ρε συ φίλε από τον έβδομο, αφού με βλέπεις που έρχομαι πίσω σου, γιατί παίρνεις φόρα και μου κλείνεις την πόρτα του ασανσέρ στα μούτρα, πότε να περιμένω ν’ ανεβεί, να κατεβεί, να πάω κι εγώ στον τέταρτο που έχω φορτωθεί και σαν το ζωντανό;
Τώρα θα μου πεις καλύτερα, γιατί ποιος ξέρει πόσο παστουρμά έφαγες πάλι…
Μωρ’ συ με το κορακί μαλλί βάλε λιγότερο πατσουλί, είναι ανάγκη να παίρνουμε μυρωδιά πότε μπαίνεις, πότε βγαίνεις;
Με σένα την από πάνω μου να δω πώς θα ξεμπλέξω. Χριστιανή μου, τι κάνεις όλη μέρα, η περιέργεια θα με φάει.
Γιατί μόλις πάει δώδεκα, την ώρα που βγαίνουν τα φαντάσματα ξεσηκώνεσαι και τραβολογάς τους καναπέδες και τα τραπέζια, κυνηγητό παίζεις μαζί τους;
Άσε με να κοιμηθώ κομματάκι που βλέπω εφιάλτες ότι μούρχονται οι καρέκλες σου στο κεφάλι…
Ας μη μιλήσουμε για ανθρώπινο ενδιαφέρον γιατί θα γίνω έξαλλη. Ακούμε τη γυναίκα να φωνάζει βοήθεια που τρώει ξύλο και δεν ορμάμε όλοι μαζί να κόψουμε τα ξερά του τζάμπα μάγκα. Καλέ παρεμπιπτόντως, τι έγιναν οι άντρες;
Δεν είναι δική μας δουλειά θα μου πείτε, μήπως τουλάχιστον είναι δική μας η δουλειά να ψελλίζουμε μια καλημέρα στο γείτονα;
Το λέω γιατί μας βλέπω στα μουγκά να μπαίνουμε στα κουφά να βγαίνουμε, ακόμα και από το διπλανό διαμέρισμα
Κι εσύ μωρή σουρτούκω κάνε λίγο τη δύσκολη, τι μου κουβαλάς όλη την Τετάρτη Μεραρχία;
Και πού είστε; Ο τελευταίος ας κλείσει τουλάχιστον την πόρτα της πολυκατοικίας που έτσι και χαλάσει ο μηχανισμός χ……..ε που γίνεται το μπάτε σκύλοι και αλέστε…
Ωχ, με την κουβέντα ξεχάστηκα, είχα σκοπό σήμερα να τσακώσω τον χαμένο που σουτάρει τα σκουπίδια από το μπαλκόνι…
Θα τον βάλω εγώ να τα φάει.
Εγώ τα λέω, εγώ τ’ ακούω και γραμμένη με έχετε, είπατε;
Που να σας γράψει το Υπουργείο Οικονομικών και το Απασχόλησης μαζί, εκεί που ξέρετε…
Κυριακή, Οκτωβρίου 25, 2009
Eίμαστε όλοι υποκριτές στο stage του παραλόγου
Πολύς λόγος έγινε για τα περίφημα προγράμματα Stage και συνεχίζει και ποιος ξέρει μέχρι πότε. Είναι καταπληκτικό το πώς καταφέρνουμε να περιπλέκουμε και τα πιο απλά πράγματα. Απλοϊκή σκέψη χρειάζεται για να επιλυθεί ένα θέμα που έχει καταστεί εθνικό ζήτημα..
Τι είναι βρε παιδιά αυτά τα προγράμματα; Προορίζονται ξέραμε, για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, έτσι δε λέει ο Νόμος; Τι σημαίνει αυτό, ή τι θα έπρεπε να σημαίνει;
Προσλαμβάνονται οι νέοι και άπειροι υποψήφιοι εργαζόμενοι για να εκπαιδευτούν πάνω στον τομέα τους, στην ειδικότητα για την οποία θα κληθούν στο μέλλον ν’ αναζητήσουν εργασία.
Ωραία ως εδώ; Ποιοί είναι λοιπόν αυτοί που έχουν ανάγκη εκπαίδευσης;
Όλοι ανεξαιρέτως οι νέοι. Σωστά; Πώς θα γίνει στην πράξη;
Μα πώς αλλιώς; Θα υποβάλλονται αιτήσεις από τους ενδιαφερόμενους που θα προσληφθούν με τη σειρά για ένα εξάμηνο, άντε οκτάμηνο. Το ένα διάστημα δύο χιλιάδες άτομα, το δεύτερο διάστημα άλλοι δύο χιλιάδες και ούτω καθ’ εξής.
Όλοι δεν πρέπει να έχουν πρόσβαση στο stage; Αμέ, φυσικά!
Αυτό λοιπόν προϋποθέτει την εναλλαγή των εκπαιδευόμενων. Φεύγει ο ένας, έρχεται ο άλλος.
Με ευθύνη του ίδιου του κρατικού μηχανισμού που πιστεύει πως όλοι οι πολίτες έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις. Καλά ως εδώ; Καλά!
Έλα όμως που τα stage είχαν την ίδια κατάντια όπως και τα υπόλοιπα σε τούτη τη χώρα.
Ο ενδιαφερόμενος για να έχει πρόσβαση στο πρόγραμμα υποχρεώθηκε - ναι υποχρεώθηκε διότι έτσι είθισται στον τόπο μας - να περάσει να υποβάλλει τα σέβη του, να δηλώσει πιθανόν υποταγή στον βουλευτή, να μετατραπεί σε δουλοπρεπή κάτοικο, να πληρώσει ίσως και δεν μπορώ να φανταστώ τι άλλο.
Αυτά τα προσόντα έπρεπε να διαθέτει ο υποψήφιος για να καταλάβει έστω και αυτή τη δημόσια καρέκλα του, χωρίς ασφάλιση και σχεδόν χωρίς μισθό εκπαιδευόμενου και από κει και πέρα, άντε να τον σηκώσεις…
Γιατί προβληματιζόμαστε; Ένα κι ένα κάνουν δύο
Θα μου πεις τι φταίνε οι εργαζόμενοι... Τι να πω! Θα πω μόνον πως όλοι υποκύψαμε στον παραλογισμό της πλύσης εγκεφάλου.
Γιατί δεν τους είπαν, η σύμβασή σου είναι εξάμηνη, μετά έχει άλλος σειρά; Γιατί αντίθετα είπαν, πήγαινε για ένα εξάμηνο και βλέπουμε…
Τι κουφά είναι αυτά με μονιμοποιήσεις και μοριοδοτήσεις;. Τα παιδιά που δεν έχουν τα συγκεκριμένα μόρια πώς θα κριθούν; Προς τι οι ενδοιασμοί και οι αντιδράσεις να κριθούν άπαντες επί ίσοις όροις; Από πότε επιβραβεύεται η λαμογιά και το γλύψιμο;
Ανέκαθεν θα μου πείτε. Ε, κάποτε πρέπει να βάλουμε τη γλώσσα μέσα.
Συμφωνώ πως πάνω απ’ όλα φταίνε οι ντήλερ και καπηλευτές των ονείρων, της ελπίδας και της ζωής των νέων. Με λίγα λόγια φταίνε όχι οι βουλευτές ως εκπρόσωποι της Βουλής των Ελλήνων, αλλά οι βολευτές κατάλοιπα, μην πω τίνος, που δρουν με βάση το προσωπικό τους συμφέρον.
Μα την αλήθεια αν ήταν στο χέρι μου θα ζητούσα την ποινική τους καταδίκη.
Και τα άλλα παιδιά που δεν έχουν πρόσβαση σε βολευτές, ή δεν τους επιτρέπει η αξιοπρέπεια και η συνείδηση να καταφύγουν εκεί, τι θα γίνουν;
Τα παιδιά που δουλεύουν delivery, bar ή οικοδομή, σε ποια χώρα ανήκουν;
Τι θα γίνει με τη χώρα μας όπου το παράλογο θεωρείται αυτονόητο και η υποχρέωση δικαίωμα;
Πώς να πείσω το παιδί μου πως πρέπει να υπερασπιστεί αυτή την πατρίδα, ή να γίνει νόμιμος και ευσυνείδητος πολίτης τη στιγμή που η ίδια η πατρίδα χλευάζει το έντιμο, το νόμιμο το αξιοπρεπές;
Εγώ κύριοι στη Βουλή έστειλα Βουλευτές και όχι βολευτές…
Τι είναι βρε παιδιά αυτά τα προγράμματα; Προορίζονται ξέραμε, για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, έτσι δε λέει ο Νόμος; Τι σημαίνει αυτό, ή τι θα έπρεπε να σημαίνει;
Προσλαμβάνονται οι νέοι και άπειροι υποψήφιοι εργαζόμενοι για να εκπαιδευτούν πάνω στον τομέα τους, στην ειδικότητα για την οποία θα κληθούν στο μέλλον ν’ αναζητήσουν εργασία.
Ωραία ως εδώ; Ποιοί είναι λοιπόν αυτοί που έχουν ανάγκη εκπαίδευσης;
Όλοι ανεξαιρέτως οι νέοι. Σωστά; Πώς θα γίνει στην πράξη;
Μα πώς αλλιώς; Θα υποβάλλονται αιτήσεις από τους ενδιαφερόμενους που θα προσληφθούν με τη σειρά για ένα εξάμηνο, άντε οκτάμηνο. Το ένα διάστημα δύο χιλιάδες άτομα, το δεύτερο διάστημα άλλοι δύο χιλιάδες και ούτω καθ’ εξής.
Όλοι δεν πρέπει να έχουν πρόσβαση στο stage; Αμέ, φυσικά!
Αυτό λοιπόν προϋποθέτει την εναλλαγή των εκπαιδευόμενων. Φεύγει ο ένας, έρχεται ο άλλος.
Με ευθύνη του ίδιου του κρατικού μηχανισμού που πιστεύει πως όλοι οι πολίτες έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις. Καλά ως εδώ; Καλά!
Έλα όμως που τα stage είχαν την ίδια κατάντια όπως και τα υπόλοιπα σε τούτη τη χώρα.
Ο ενδιαφερόμενος για να έχει πρόσβαση στο πρόγραμμα υποχρεώθηκε - ναι υποχρεώθηκε διότι έτσι είθισται στον τόπο μας - να περάσει να υποβάλλει τα σέβη του, να δηλώσει πιθανόν υποταγή στον βουλευτή, να μετατραπεί σε δουλοπρεπή κάτοικο, να πληρώσει ίσως και δεν μπορώ να φανταστώ τι άλλο.
Αυτά τα προσόντα έπρεπε να διαθέτει ο υποψήφιος για να καταλάβει έστω και αυτή τη δημόσια καρέκλα του, χωρίς ασφάλιση και σχεδόν χωρίς μισθό εκπαιδευόμενου και από κει και πέρα, άντε να τον σηκώσεις…
Γιατί προβληματιζόμαστε; Ένα κι ένα κάνουν δύο
Θα μου πεις τι φταίνε οι εργαζόμενοι... Τι να πω! Θα πω μόνον πως όλοι υποκύψαμε στον παραλογισμό της πλύσης εγκεφάλου.
Γιατί δεν τους είπαν, η σύμβασή σου είναι εξάμηνη, μετά έχει άλλος σειρά; Γιατί αντίθετα είπαν, πήγαινε για ένα εξάμηνο και βλέπουμε…
Τι κουφά είναι αυτά με μονιμοποιήσεις και μοριοδοτήσεις;. Τα παιδιά που δεν έχουν τα συγκεκριμένα μόρια πώς θα κριθούν; Προς τι οι ενδοιασμοί και οι αντιδράσεις να κριθούν άπαντες επί ίσοις όροις; Από πότε επιβραβεύεται η λαμογιά και το γλύψιμο;
Ανέκαθεν θα μου πείτε. Ε, κάποτε πρέπει να βάλουμε τη γλώσσα μέσα.
Συμφωνώ πως πάνω απ’ όλα φταίνε οι ντήλερ και καπηλευτές των ονείρων, της ελπίδας και της ζωής των νέων. Με λίγα λόγια φταίνε όχι οι βουλευτές ως εκπρόσωποι της Βουλής των Ελλήνων, αλλά οι βολευτές κατάλοιπα, μην πω τίνος, που δρουν με βάση το προσωπικό τους συμφέρον.
Μα την αλήθεια αν ήταν στο χέρι μου θα ζητούσα την ποινική τους καταδίκη.
Και τα άλλα παιδιά που δεν έχουν πρόσβαση σε βολευτές, ή δεν τους επιτρέπει η αξιοπρέπεια και η συνείδηση να καταφύγουν εκεί, τι θα γίνουν;
Τα παιδιά που δουλεύουν delivery, bar ή οικοδομή, σε ποια χώρα ανήκουν;
Τι θα γίνει με τη χώρα μας όπου το παράλογο θεωρείται αυτονόητο και η υποχρέωση δικαίωμα;
Πώς να πείσω το παιδί μου πως πρέπει να υπερασπιστεί αυτή την πατρίδα, ή να γίνει νόμιμος και ευσυνείδητος πολίτης τη στιγμή που η ίδια η πατρίδα χλευάζει το έντιμο, το νόμιμο το αξιοπρεπές;
Εγώ κύριοι στη Βουλή έστειλα Βουλευτές και όχι βολευτές…
Ετικέτες
Ακούμε τα σχολιανά μας
Κυριακή, Οκτωβρίου 11, 2009
Κατόπιν εορτής και... Κυριακής (των εκλογών)
Τώρα που πέρασε κι αυτή η ευτυχώς σύντομη προεκλογική φιέστα και κάθισε ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του – τρόπος του λέγειν και προς το παρόν – ο πειρασμός με καταλαμβάνει σαν τα κακά δαιμόνια και με προτρέπει να σκεφτώ φωναχτά ή μάλλον ν’ αραδιάσω τις σκέψεις μου, σε τούτη δω την τοποθεσία.
Καλά, όλοι έχουμε γευτεί τις σκηνές αλλοφροσύνης που εκτυλίσσονται προεκλογικά με τα έπεα πτερόεντα των πολιτικών που δεν συναντούν ώτα ακούοντα, αλλά προσκρούουν σε ιαχές και σάλπιγγες, προμήνυμα επερχόμενης πολεμικής σύρραξης ή στην καλύτερη περιγραφική εκδοχή, αναμέτρησης φανατισμένων οπαδών (χούλιγκανς, μόνστερς και λοιπά) ποδοσφαιρικών ομάδων.
Υπάρχει και χειρότερο. Το χειρότερο είναι πως μετεκλογικά αρχίζει η καταμέτρηση των… θυμάτων.
Τόσοι οι κερδισμένοι, τόσοι οι χαμένοι και τόσοι οι πικραμένοι, όπερ μεταφραστικά στην παραπάνω παράγραφο και με τη λογική κάποιων, τόσοι ζωντανοί, τόσοι νεκροί και τόσοι τραυματίες.
Όχι, δεν είναι υπερβολές, αυτό το νόημα συλλαμβάνει ο δικός μου εγκέφαλος όταν ακούω τις συνήθεις φράσεις από πολιτικούς που εσύ κι εγώ στείλαμε να εκπροσωπήσουν τη χώρα, την αξιοπρέπειά μας, την εργασία, τα παιδιά μας, τη ζωή μας, εντός και εκτός Ελλάδας.
Τι άλλο θα μπορούσαν να σημαίνουν λοιπόν λόγια όπως, “ο λαός του τάδε κόμματος νιώθει απογοητευμένος, προδομένος, ταπεινωμένος από τη βαριά ήττα. Ο λαός του δείνα αισθάνεται υπερήφανος για τη νίκη και ο άλλος λαός νιώθει παραγκωνισμένος και τα λοιπά και τα λοιπά.”…
Ώστε έτσι λοιπόν! Ζητήσατε την άδειά μας να δρέψετε δάφνες και να εγκατασταθείτε στη Βουλή για να δουλέψει ο καθένας για τον λαό του;
Ο κάθε ένας από σας έχει τον δικό του λαό, σα να λέμε τη δική του φυλή ιθαγενών που ως φύλαρχοι έχετε ταχθεί να προστατέψετε από τα δηλητηριώδη βέλη των άλλων λαών και φυλάρχων;
Μα κύριοι, κάτι είναι μπερδεμένο στο μυαλό σας, ίσως και στο μυαλό του… λαού σας, δεν αποκλείεται…
Εμείς που θεωρούμε αυτονόητο ότι ως πολίτες αυτής της χώρας, δεν ανήκουμε σε φυλές και δεν είμαστε υπήκοοι φυλάρχων, αναφωνούμε…
Και ο λαός της Ελλάδας, πού είναι λοιπόν;
Εκπροσωπείται και προστατεύεται από ΚΑΠΟΙΟΝ χωρίς την ιδιότητα του φυλάρχου, έστω και παρεμπιπτόντως;
Καλά, όλοι έχουμε γευτεί τις σκηνές αλλοφροσύνης που εκτυλίσσονται προεκλογικά με τα έπεα πτερόεντα των πολιτικών που δεν συναντούν ώτα ακούοντα, αλλά προσκρούουν σε ιαχές και σάλπιγγες, προμήνυμα επερχόμενης πολεμικής σύρραξης ή στην καλύτερη περιγραφική εκδοχή, αναμέτρησης φανατισμένων οπαδών (χούλιγκανς, μόνστερς και λοιπά) ποδοσφαιρικών ομάδων.
Υπάρχει και χειρότερο. Το χειρότερο είναι πως μετεκλογικά αρχίζει η καταμέτρηση των… θυμάτων.
Τόσοι οι κερδισμένοι, τόσοι οι χαμένοι και τόσοι οι πικραμένοι, όπερ μεταφραστικά στην παραπάνω παράγραφο και με τη λογική κάποιων, τόσοι ζωντανοί, τόσοι νεκροί και τόσοι τραυματίες.
Όχι, δεν είναι υπερβολές, αυτό το νόημα συλλαμβάνει ο δικός μου εγκέφαλος όταν ακούω τις συνήθεις φράσεις από πολιτικούς που εσύ κι εγώ στείλαμε να εκπροσωπήσουν τη χώρα, την αξιοπρέπειά μας, την εργασία, τα παιδιά μας, τη ζωή μας, εντός και εκτός Ελλάδας.
Τι άλλο θα μπορούσαν να σημαίνουν λοιπόν λόγια όπως, “ο λαός του τάδε κόμματος νιώθει απογοητευμένος, προδομένος, ταπεινωμένος από τη βαριά ήττα. Ο λαός του δείνα αισθάνεται υπερήφανος για τη νίκη και ο άλλος λαός νιώθει παραγκωνισμένος και τα λοιπά και τα λοιπά.”…
Ώστε έτσι λοιπόν! Ζητήσατε την άδειά μας να δρέψετε δάφνες και να εγκατασταθείτε στη Βουλή για να δουλέψει ο καθένας για τον λαό του;
Ο κάθε ένας από σας έχει τον δικό του λαό, σα να λέμε τη δική του φυλή ιθαγενών που ως φύλαρχοι έχετε ταχθεί να προστατέψετε από τα δηλητηριώδη βέλη των άλλων λαών και φυλάρχων;
Μα κύριοι, κάτι είναι μπερδεμένο στο μυαλό σας, ίσως και στο μυαλό του… λαού σας, δεν αποκλείεται…
Εμείς που θεωρούμε αυτονόητο ότι ως πολίτες αυτής της χώρας, δεν ανήκουμε σε φυλές και δεν είμαστε υπήκοοι φυλάρχων, αναφωνούμε…
Και ο λαός της Ελλάδας, πού είναι λοιπόν;
Εκπροσωπείται και προστατεύεται από ΚΑΠΟΙΟΝ χωρίς την ιδιότητα του φυλάρχου, έστω και παρεμπιπτόντως;
Ετικέτες
Ακούμε τα σχολιανά μας
Σάββατο, Σεπτεμβρίου 19, 2009
Facebook ή αλλιώς...
Στη γενιά της τεχνολογίας δεν ανήκω, κάτι πιάνει το χέρι μου και μου αρέσει αλλά είναι πολλά που δεν καταλαβαίνω, κυρίως τη φιλοσοφία κάποιων υπηρεσιών του διαδικτύου.
Για το Facebook άκουγα, δεν έβλεπα τη χρησιμότητα ούτε γιατί όλοι ήταν ενθουσιασμένοι, γιατί κάποιοι έσπευδαν να προβάλουν τον εαυτό τους μέσω αυτού, κάποια φορά μάλιστα διάβασα στην εφημερίδα πως συγκεκριμένο πρόσωπο ήταν λέει, πολύ δημοφιλές γιατί στο FB είχε συγκεντρώσει τους περισσότερους φίλους έναντι κάποιων άλλων.
Είναι της μόδας σου λέει, είναι πολύ in να έχεις σελίδα στο FB.
Στα πλαίσια λοιπόν της εξερεύνησης του διαδικτύου - μη μείνω και πίσω - μαζί με τις ιστοσελίδες τα blogs και τα παρεπόμενα, μπήκα στον πειρασμό να ψάξω και την συγκεκριμένη υπηρεσία με τη βοήθεια του fan στα περί τεχνολογίας ανεψιού μου.
Εκείνος λοιπόν μου έδειξε υπερήφανος το δικό του FB και μου ανακοίνωσε πως έχει 300 φίλους. Φίλους ρώτησα, γνωρίζεις τόσους πολλούς; Καμιά δεκαριά μου απάντησε, οι 300 φίλοι είναι φίλοι των φίλων των φίλων κ.λ.π. Τότε τι νόημα έχει να τους ονομάζεις φίλους;.
Έτσι γίνεται με διαφώτισε, το FB είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο για να επικοινωνείς να λες τα νέα σου και να μαθαίνεις τα δικά τους, ανακοινώνει ο καθένας τις δραστηριότητες, τα γούστα, τις φωτογραφίες του, δείχνει πόσο επιτυχημένος κι ευτυχισμένος είναι. Όλα γίνονται πολύ εύκολα και προσβάσιμα, δεν χρειάζεται να ξοδεύεις χρόνο και ενέργεια τρέχοντας δεξιά κι αριστερά για να συναντήσεις γνωστούς και φίλους.
Σου συνιστώ ν’ ανοίξεις κι εσύ μια σελίδα θα τα λέμε μια χαρά, δεν είναι ανάγκη να με πρήζεις με τηλεφωνήματα
Το facebook προσπάθησα να του εξηγήσω, είναι ένα παρανοϊκό εργαλείο προσφέρει το ψέμα, την πλαστική επαφή, την πλαστική φιλία, θα σας οδηγήσει στην πλαστική αγάπη και ότι επακολουθεί; Τότε ο χρόνος τι σου χρειάζεται αν δεν τον αφιερώνεις σε αγαπημένα πρόσωπα, δεν δίνεις και δεν παίρνεις συναισθήματα, δεν μπορείς να χορέψεις ένα cheek to cheek με την αγαπημένη σου;
Έχεις μεγαλώσει θεία, μου είπε με αυτοπεποίθηση, μάλλον δεν είναι για σένα.
Η περιήγηση στο FB μου πρόσφερε μια κατάθλιψη και με έστειλε για ύπνο. Στο όνειρό μου είδα τον άλλο κόσμο που γεννήθηκα και μεγάλωσα, τότε που ένα μηχάνημα δεν είχε υποκαταστήσει τη ζεστή σχέση, τη χειραψία, το φιλί στο μάγουλο, την αγκαλιά, το χαμόγελο, το χάδι στα μαλλιά του φίλου, το τρυφερό βλέμμα, το παραπονεμένο ή το θυμωμένο, το ζηλιάρικο, το επιτιμητικό αν θέλεις.
Αυτό το άψυχο πράγμα με απίστευτο θράσος ζητά να πάρει τη θέση που για αιώνες κατέχουν η κουβεντούλα, τα καυγαδάκια, το φλερτ που τότε γινόταν face to face και όχι μέσω του facebook... Όχι κύριε, δεν είναι που μεγάλωσα, είναι που αρνούμαι να παραχωρήσω το δικαίωμα αρπαγής της ψυχής μου.
Δεν το αντέχω, το περιφρονώ όπως του αξίζει, όπως αξίζει σε όσους κομπάζουν πως έχουν καταφέρει να μεταλλάξουν αισθήματα και αξίες.
Μακάρι να μην το άντεχε και η νέα γενιά.
Το επόμενο πρωί ξύπνησα φουρκισμένη και άρπαξα το τηλέφωνο. Άκου δω αγόρι μου φώναξα, αυτός ο τρόπος που βρήκατε να κάνετε σχέσεις είναι κατάντια, δεν σας χαλαλίζω γι’ αυτό το σκουριασμένο μαραφέτι, εσείς είστε προορισμένοι να ζήσετε μια πραγματική ζωή.
Για τους μόνους που θα ευχόμουν να επικοινωνούν μέσω του FB είναι οι πολιτικοί. Τότε μάλιστα, να το εκτιμούσα που θα μας γλύτωνε από ανούσιες κουβέντες, ψεύτικα χαμόγελα, μηχανικές χειραψίες και ευκαιριακά χτυπήματα στην πλάτη…
Α, μα πια…
Για το Facebook άκουγα, δεν έβλεπα τη χρησιμότητα ούτε γιατί όλοι ήταν ενθουσιασμένοι, γιατί κάποιοι έσπευδαν να προβάλουν τον εαυτό τους μέσω αυτού, κάποια φορά μάλιστα διάβασα στην εφημερίδα πως συγκεκριμένο πρόσωπο ήταν λέει, πολύ δημοφιλές γιατί στο FB είχε συγκεντρώσει τους περισσότερους φίλους έναντι κάποιων άλλων.
Είναι της μόδας σου λέει, είναι πολύ in να έχεις σελίδα στο FB.
Στα πλαίσια λοιπόν της εξερεύνησης του διαδικτύου - μη μείνω και πίσω - μαζί με τις ιστοσελίδες τα blogs και τα παρεπόμενα, μπήκα στον πειρασμό να ψάξω και την συγκεκριμένη υπηρεσία με τη βοήθεια του fan στα περί τεχνολογίας ανεψιού μου.
Εκείνος λοιπόν μου έδειξε υπερήφανος το δικό του FB και μου ανακοίνωσε πως έχει 300 φίλους. Φίλους ρώτησα, γνωρίζεις τόσους πολλούς; Καμιά δεκαριά μου απάντησε, οι 300 φίλοι είναι φίλοι των φίλων των φίλων κ.λ.π. Τότε τι νόημα έχει να τους ονομάζεις φίλους;.
Έτσι γίνεται με διαφώτισε, το FB είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο για να επικοινωνείς να λες τα νέα σου και να μαθαίνεις τα δικά τους, ανακοινώνει ο καθένας τις δραστηριότητες, τα γούστα, τις φωτογραφίες του, δείχνει πόσο επιτυχημένος κι ευτυχισμένος είναι. Όλα γίνονται πολύ εύκολα και προσβάσιμα, δεν χρειάζεται να ξοδεύεις χρόνο και ενέργεια τρέχοντας δεξιά κι αριστερά για να συναντήσεις γνωστούς και φίλους.
Σου συνιστώ ν’ ανοίξεις κι εσύ μια σελίδα θα τα λέμε μια χαρά, δεν είναι ανάγκη να με πρήζεις με τηλεφωνήματα
Το facebook προσπάθησα να του εξηγήσω, είναι ένα παρανοϊκό εργαλείο προσφέρει το ψέμα, την πλαστική επαφή, την πλαστική φιλία, θα σας οδηγήσει στην πλαστική αγάπη και ότι επακολουθεί; Τότε ο χρόνος τι σου χρειάζεται αν δεν τον αφιερώνεις σε αγαπημένα πρόσωπα, δεν δίνεις και δεν παίρνεις συναισθήματα, δεν μπορείς να χορέψεις ένα cheek to cheek με την αγαπημένη σου;
Έχεις μεγαλώσει θεία, μου είπε με αυτοπεποίθηση, μάλλον δεν είναι για σένα.
Η περιήγηση στο FB μου πρόσφερε μια κατάθλιψη και με έστειλε για ύπνο. Στο όνειρό μου είδα τον άλλο κόσμο που γεννήθηκα και μεγάλωσα, τότε που ένα μηχάνημα δεν είχε υποκαταστήσει τη ζεστή σχέση, τη χειραψία, το φιλί στο μάγουλο, την αγκαλιά, το χαμόγελο, το χάδι στα μαλλιά του φίλου, το τρυφερό βλέμμα, το παραπονεμένο ή το θυμωμένο, το ζηλιάρικο, το επιτιμητικό αν θέλεις.
Αυτό το άψυχο πράγμα με απίστευτο θράσος ζητά να πάρει τη θέση που για αιώνες κατέχουν η κουβεντούλα, τα καυγαδάκια, το φλερτ που τότε γινόταν face to face και όχι μέσω του facebook... Όχι κύριε, δεν είναι που μεγάλωσα, είναι που αρνούμαι να παραχωρήσω το δικαίωμα αρπαγής της ψυχής μου.
Δεν το αντέχω, το περιφρονώ όπως του αξίζει, όπως αξίζει σε όσους κομπάζουν πως έχουν καταφέρει να μεταλλάξουν αισθήματα και αξίες.
Μακάρι να μην το άντεχε και η νέα γενιά.
Το επόμενο πρωί ξύπνησα φουρκισμένη και άρπαξα το τηλέφωνο. Άκου δω αγόρι μου φώναξα, αυτός ο τρόπος που βρήκατε να κάνετε σχέσεις είναι κατάντια, δεν σας χαλαλίζω γι’ αυτό το σκουριασμένο μαραφέτι, εσείς είστε προορισμένοι να ζήσετε μια πραγματική ζωή.
Για τους μόνους που θα ευχόμουν να επικοινωνούν μέσω του FB είναι οι πολιτικοί. Τότε μάλιστα, να το εκτιμούσα που θα μας γλύτωνε από ανούσιες κουβέντες, ψεύτικα χαμόγελα, μηχανικές χειραψίες και ευκαιριακά χτυπήματα στην πλάτη…
Α, μα πια…
Ετικέτες
Ακούμε τα σχολιανά μας
Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 11, 2009
H Aυτοκράτειρα Πολιτική και η Αυλή της
Θυμάμαι πριν πολλά χρόνια παιδί ακόμη, με πήρε η θεία μου στην κηδεία κάποιου πολιτικού, οικογενειακού φίλου όπου άκουσα τη φράση “ο εκλιπών με μεγάλη συνέπεια υπηρέτησε την πολιτική”
Εμένα πολύ μου κακοφάνηκε εκείνο το “υπηρέτησε” που παρέπεμπε στο “υπηρέτης” και έκτοτε δεν είχα σε καμιά υπόληψη τους πολιτικούς Ώσπου τα χρόνια πέρασαν και έμαθα πως αυτό ακριβώς πρέπει να είναι ένας πολιτικός, υπηρέτης της πολιτικής και του λαού, υπηρέτης αφιερωμένος του στυλ των μυθιστορημάτων της Μπροντέ.
Τα χρόνια ξαναπέρασαν και ξαναέμαθα πως μόνον αυτό δεν είναι.
Οι πολιτικοί (εντάξει, οι εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα), μετατράπηκαν από υπηρέτες της πολιτικής σε κόλακες και λακέδες της και από υπηρέτες του λαού σε δυνάστες..
Η πολιτική βλέπεις, είχε προλάβει να μεταλλαχθεί σε τρυφηλή Αυτοκράτειρα.
Οργάνωσε Αυλή με τυφλούς και ευνούχους που τους έδωσε εξουσία ζωής και θανάτου, κατασκεύασε αρένα για να πετά τους υπηκόους στα λιοντάρια και άνοιξε ομαδικούς τάφους για να παραχώνει τους ενοχλητικούς.
Μη σας κακοφαίνεται, το είπε άλλωστε και ο Αριστοτέλης. “Τα τρία γνωρίσματα των φορέων της εξουσίας πρέπει να είναι, ειλικρινής αφοσίωση στο ισχύον πολίτευμα, μεγάλη ικανότητα για την επιτέλεση των αρχηγικών τους καθηκόντων και τρίτο ηθικότητα και δικαιοσύνη ανάλογη προς το ισχύον είδος του πολιτεύματος”(η περαιτέρω ανάλυση δεν είναι της ώρας).
Εκτός αυτού, ο Μακιαβέλλι δεν υποτάσσει την πολιτική στην ηθική.
Καλές εκλογές!
Εμένα πολύ μου κακοφάνηκε εκείνο το “υπηρέτησε” που παρέπεμπε στο “υπηρέτης” και έκτοτε δεν είχα σε καμιά υπόληψη τους πολιτικούς Ώσπου τα χρόνια πέρασαν και έμαθα πως αυτό ακριβώς πρέπει να είναι ένας πολιτικός, υπηρέτης της πολιτικής και του λαού, υπηρέτης αφιερωμένος του στυλ των μυθιστορημάτων της Μπροντέ.
Τα χρόνια ξαναπέρασαν και ξαναέμαθα πως μόνον αυτό δεν είναι.
Οι πολιτικοί (εντάξει, οι εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα), μετατράπηκαν από υπηρέτες της πολιτικής σε κόλακες και λακέδες της και από υπηρέτες του λαού σε δυνάστες..
Η πολιτική βλέπεις, είχε προλάβει να μεταλλαχθεί σε τρυφηλή Αυτοκράτειρα.
Οργάνωσε Αυλή με τυφλούς και ευνούχους που τους έδωσε εξουσία ζωής και θανάτου, κατασκεύασε αρένα για να πετά τους υπηκόους στα λιοντάρια και άνοιξε ομαδικούς τάφους για να παραχώνει τους ενοχλητικούς.
Μη σας κακοφαίνεται, το είπε άλλωστε και ο Αριστοτέλης. “Τα τρία γνωρίσματα των φορέων της εξουσίας πρέπει να είναι, ειλικρινής αφοσίωση στο ισχύον πολίτευμα, μεγάλη ικανότητα για την επιτέλεση των αρχηγικών τους καθηκόντων και τρίτο ηθικότητα και δικαιοσύνη ανάλογη προς το ισχύον είδος του πολιτεύματος”(η περαιτέρω ανάλυση δεν είναι της ώρας).
Εκτός αυτού, ο Μακιαβέλλι δεν υποτάσσει την πολιτική στην ηθική.
Καλές εκλογές!
Ετικέτες
Ακούμε τα σχολιανά μας
Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 03, 2009
Αχ Καρέκλα, αχ Καρεκλίτσα μου...
Αγαπημένη, Λατρεμένη, Ακριβή μου Καρέκλα
Είσαι για μένα μάνα και δίδυμη αδελφή και η Αγαπημένη, σαν το χέρι το δεξί και τα δυο μου μάτια μοιάζεις, είσαι το παν για μένα.
Τι είμαι εγώ χωρίς Εσένα; Ορφανός, τυφλός και κουλοχέρης είμαι.
Εσένα έψαχνα στο διάβα μου και νόμιζα πως όχι. Και κάποτε σε βρήκα. Ένα θαύμα έγινε και συναντήθηκα μαζί σου, δόξα τα Παμπόνηρα Κομματικά και τα λοιπά. Φακέλους έγλυφα και άλλα που δεν λέγονται και πάνω εκεί που είχε καεί η γλώσσα μου και έλεγα πως ήμουνα χαμένος, κάποιος καλός μου έτεινε το χέρι - με το αζημίωτο - με έσπρωξε να σκαρφαλώσω και με ξάπλωσε πάνω στο μαλακό και άνετο κορμί σου.
Τι ευτυχία και πόση καλοπέραση! Ανεμελιά και δόξα και πλούτη μου τα χάρισες, το ομολογώ Μαγική μου κι ας λένε οι αχάριστοι το αντίθετο.
Μεράκι το είχα βρε Καρεκλίτσα μου το εξοχικό στο Κυκλαδίτικο και το πλεούμενο πρόχειρο στο λιμάνι. Άνθρωπος είσαι βρε αδελφέ, σκας ένα βράδυ και πού να τρέχεις να ξεσκάσεις δίχως φουσκωτό και παραλία Ι.Χ. Πόθος μου ήταν στο βουνό να φυτέψω ξέξασπρη σπιταρώνα που τάβλεπα και θόλωνε το μάτι μου, άκουγα off shore και ίδρωνε τ' αυτί μου.
Στο πηγάδι εγώ κατούρησα;
Να είσαι καλά βρε μάνα κι αδελφή Καρέκλα μου π' απλόχερα τάστρωσες στα πόδια μου όλα τούτα.
Σπουδαία υπόθεση που σε έκανα δικιά μου...
Όχι, όχι δεν θ' αφήσω να σε πάρει από μένα ούτε ο ίδιος ο Θεός. Σφαγή θα γίνει για Σένα και μόνο για Σένα ω Καρέκλα.
Κι εσύ όμως μη μου φανείς αχάριστη και κάνεις καμιά λαμογιά όπως έκανες στον προηγούμενο και αν σου έρθει κάνα ξαφνικό...
Να θυμάσαι τις μάχες που έδωσα για χάρη σου, να θυμάσαι πόσους έκαψα στα πόδια σου να σε ζεστάνω, να θυμάσαι τα κεφάλια που έπεσαν στη γκιλοτίνα, να θυμάσαι τα κουφάρια που έθαψα στο χώμα.
Να θυμάσαι, ένα σου λέω, την ψυχή που πούλησα στο διάβολο!
Όχι, όχι, όχι εμείς οι δυο δεν πρέπει ν' αποχωριστούμε. Στην ανάγκη με κόλα δυνατή θα κολλήσω πάνω σου τον κ--- μου... το πλευρό μου ήθελα να πω, γιατί χαμένος θα είμαι πάλι, ένα μηδενικό δίχως Εσένα αχ Καρέκλα, αχ Καρεκλίτσα μου!
Άντε, και καλόν Οκτώβρη!
Είσαι για μένα μάνα και δίδυμη αδελφή και η Αγαπημένη, σαν το χέρι το δεξί και τα δυο μου μάτια μοιάζεις, είσαι το παν για μένα.
Τι είμαι εγώ χωρίς Εσένα; Ορφανός, τυφλός και κουλοχέρης είμαι.
Εσένα έψαχνα στο διάβα μου και νόμιζα πως όχι. Και κάποτε σε βρήκα. Ένα θαύμα έγινε και συναντήθηκα μαζί σου, δόξα τα Παμπόνηρα Κομματικά και τα λοιπά. Φακέλους έγλυφα και άλλα που δεν λέγονται και πάνω εκεί που είχε καεί η γλώσσα μου και έλεγα πως ήμουνα χαμένος, κάποιος καλός μου έτεινε το χέρι - με το αζημίωτο - με έσπρωξε να σκαρφαλώσω και με ξάπλωσε πάνω στο μαλακό και άνετο κορμί σου.
Τι ευτυχία και πόση καλοπέραση! Ανεμελιά και δόξα και πλούτη μου τα χάρισες, το ομολογώ Μαγική μου κι ας λένε οι αχάριστοι το αντίθετο.
Μεράκι το είχα βρε Καρεκλίτσα μου το εξοχικό στο Κυκλαδίτικο και το πλεούμενο πρόχειρο στο λιμάνι. Άνθρωπος είσαι βρε αδελφέ, σκας ένα βράδυ και πού να τρέχεις να ξεσκάσεις δίχως φουσκωτό και παραλία Ι.Χ. Πόθος μου ήταν στο βουνό να φυτέψω ξέξασπρη σπιταρώνα που τάβλεπα και θόλωνε το μάτι μου, άκουγα off shore και ίδρωνε τ' αυτί μου.
Στο πηγάδι εγώ κατούρησα;
Να είσαι καλά βρε μάνα κι αδελφή Καρέκλα μου π' απλόχερα τάστρωσες στα πόδια μου όλα τούτα.
Σπουδαία υπόθεση που σε έκανα δικιά μου...
Όχι, όχι δεν θ' αφήσω να σε πάρει από μένα ούτε ο ίδιος ο Θεός. Σφαγή θα γίνει για Σένα και μόνο για Σένα ω Καρέκλα.
Κι εσύ όμως μη μου φανείς αχάριστη και κάνεις καμιά λαμογιά όπως έκανες στον προηγούμενο και αν σου έρθει κάνα ξαφνικό...
Να θυμάσαι τις μάχες που έδωσα για χάρη σου, να θυμάσαι πόσους έκαψα στα πόδια σου να σε ζεστάνω, να θυμάσαι τα κεφάλια που έπεσαν στη γκιλοτίνα, να θυμάσαι τα κουφάρια που έθαψα στο χώμα.
Να θυμάσαι, ένα σου λέω, την ψυχή που πούλησα στο διάβολο!
Όχι, όχι, όχι εμείς οι δυο δεν πρέπει ν' αποχωριστούμε. Στην ανάγκη με κόλα δυνατή θα κολλήσω πάνω σου τον κ--- μου... το πλευρό μου ήθελα να πω, γιατί χαμένος θα είμαι πάλι, ένα μηδενικό δίχως Εσένα αχ Καρέκλα, αχ Καρεκλίτσα μου!
Άντε, και καλόν Οκτώβρη!
Ετικέτες
Ακούμε τα σχολιανά μας
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



















