Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Απριλίου 05, 2012

"Η Ξετσίπωτη"









Στη γειτονιά κανείς δεν την ανέφερε με το όνομά της. Δεν το γνώριζαν, το είχαν ξεχάσει ή έκαναν πως το ξέχασαν.
Την αποκαλούσαν “Η Ξετσίπωτη”...

Σάββατο, Δεκεμβρίου 12, 2009

Ήταν κάποτε μοιραία...


Τα πράσινα παπούτσια και μάλιστα σε έντονο κυπαρισί, ήταν εκείνα που τράβηξαν πρώτα το βλέμμα του.
Ύστερα πρόσεξε τα κόκκινα της φωτιάς νύχια που ξετρύπωναν από τις ανοιχτές μύτες των παπουτσιών. Τα νύχια που ήταν οι απολήξεις τριών δακτύλων σε σχήμα S, δεν του άρεσαν και πολύ αλλά ας είναι, σκέφτηκε.
Το μάτι του σύρθηκε γρήγορα προς τα πάνω. Το άσπρο παντελόνι ήταν στενό, τα οπίσθια πλούσια και με τη βαρύτητα να έχει αποδείξει τη φυσική της ιδιότητα, δεν ήταν και το καλύτερο περιεχόμενο για το παντελόνι.
Ύστερα κοίταξε το μπούστο. Το κολλητό μπλουζάκι με το μεγάλο ντεκολτέ, έκανε φιλότιμες προσπάθειες να κρύψει τις σούρες του δέρματος, πλην όμως η κάτοχος είχε κάνει τις ίδιες προσπάθειες να αναδείξει τα πάλαι ποτέ πλούσια ελέη.
Το κεφάλι ήταν το καλύτερο κομμάτι. Χαραγμένο πρόσωπο και στόμα μεν, νόστιμο δε.
Το μαλλί ήταν όντως χάρμα. Άθικτο, πλούσιο, σπαστό, γυαλιστερό και κοκκινωπό.

Η συνέχεια στο www.alataki2.blogspot.com



Δευτέρα, Νοεμβρίου 30, 2009

Μια νύχτα για τη Σάσα


Η Σάσα είναι άτομο αισιόδοξο.

Έχει θετική σκέψη και αυτοπεποίθηση ισχυρή.
Τόσο ισχυρή ώστε παρομοιάζει το μπόι της 1.55, με το ακριβό μπουκάλι πανάκριβου αρώματος, όπως λέμε το ακριβό άρωμα σε μικρό μπουκάλι, το περπάτημά της -χήνα κουνιστή- με το λίκνισμα θεσπέσιας γαζέλας, το σαρκίο της σαν ένα γλυκό κατακόκκινο γλυφιτζούρι, τα στραβά μικρά της χεράκια σαν κρινοδάχτυλα, τον πλακουτσωτό της ποπό με σφιχτά φρατζολάκια φρεσκοψημένου ψωμιού.
Ντύνεται και ανάλογα, δηλαδή κατά πως βλέπει τον εαυτό της.
Με κολλητά παντελόνια και γόβες στιλέτο, φορά καπέλα, με προτίμηση σε κείνα με τα φαρδιά μπορ, μεγάλα δαχτυλίδια, άσχετο που γίνονται ένα με το δάχτυλο, καμαρώνει τον εαυτό της στον καθρέφτη και τον φτύνει μην τον ματιάσει.
Η Σάσα έχει και αδυναμίες. Πιο σωστά έχει αδυναμία στον νεαρό αντρικό πληθυσμό, κοινώς τεκνά και για να μην πάει χαμένη η γοητεία της, έχει αποφασίσει να κάνει συλλογή με όσα εύρισκε διαθέσιμα.
Εδώ που τα λέμε αφού το έχει καταφέρει με συζύγους γιατί όχι και με τα εν λόγω, μόνο που τον εραστή δεν τον ήθελε, φυσιογνωμικά τουλάχιστον σαν τους συζύγους και δη σαν τον τωρινό τον τρίτο, αλλά δεν έχει σημασία.
Ούτως εχόντων των πραγμάτων, εκείνο το καλοκαίρι αποφάσισε να κάνει τις διακοπές της κάπου μακριά, σε μια πόλη ονειρική, σε μια πόλη με κατοίκους θερμούς εραστές.
Ας πούμε στο Τολέδο.
.................................

Η συνέχεια σto http://alataki2.blogspot.com/

Τετάρτη, Νοεμβρίου 18, 2009

Mια βαλίτσα είναι πολύ μικρή...


Έπρεπε να πάρει μία μόνο βαλίτσα.
Τι να πρωτοχωρέσει;
Έβαζε κι έβγαζε τα αγαπημένα της πράγματα χωρίς να μπορεί ν’ αποφασίσει τι να αφήσει πίσω της.
Το καθένα από αυτά έγραφαν μια ιστορία με τις πιο αγαπημένες στιγμές της ζωής της.
Η καρδιά της ήταν σφιγμένη, ανέπνεε με δυσκολία.
Τα λεπτοσκαλισμένα ποτηράκια από την προίκα της μητέρας της, οι πορσελάνινες κούπες της γιαγιάς, οι κεντημένες κουρτίνες, τ’ αγαπημένα βιβλία, τα δώρα των παιδιών, οι συλλογές της, απλωμένα στο κρεβάτι κι εκείνη δίπλα τους να τα χαϊδεύει και να τα θέλει όλα, όλα.
Όμως η βαλίτσα επέμενε να μην κλείνει και αυτή πάλι από την αρχή να βάζει και να βγάζει.
Σταμάτησε, δεν άντεχε άλλο. Τα μηνίγγια της χτυπούσαν, το στόμα της είχε ξεραθεί.
Βγήκε στoν κήπο να πάρει μιαν ανάσα
Λίγο πριν είχε βρέξει και η καλοκαιρινή υγρασία της έφερε μεγαλύτερη δυσφορία.
Περίεργο! Άλλες φορές που ετοιμάζονταν να φύγει πετούσε από χαρά.
Σήμερα τι έπαθε;

Ήταν ένα χειμωνιάτικο πρωϊνό Κυριακής...





                       Η συνέχεια στο alataki2.blogspot.com

Δευτέρα, Νοεμβρίου 09, 2009

Η χρονιά της φοβέρας


            ... Μοναχογιός ο Αλέκος, τον απέκτησε η κυρία Δέσποινα εκεί γύρω στα σαράντα, πάνω που είχε αρχίσει να την απογοητεύει το θέμα γάμος.

                Τυχερά πράματα όμως αυτά, στο κατηχητικό του Σαββάτου που πήγαινε απαραιτήτως, την πρόσεξε ο καθηγητής της θεολογίας που έκανε την ανάλυση του μηνύματος του ιερού Ευαγγελίου. Σοβαρός άνθρωπος, δεν μπορούσε να της κάνει απ’ ευθείας πρόταση γάμου, το ανέθεσε στον ιερέα, τον πατέρα Δαμιανό.
                Ο πατήρ, ενθουσιασμένος που θα ένωνε δυο ανθρώπους του θεού, μίλησε με τα θερμότερα λόγια στον καθένα για τον άλλον.
                Περιθώρια για χασομέρι δεν υπήρχαν, μετά τη Σαρακοστή έγινε ο γάμος και σε εννέα μήνες ακριβώς, γεννήθηκε ο Αλέκος.
                Εκπαιδευτικοί και οι δύο, ήταν δυνατόν το δικό τους παιδί να βγει παρακατιανό;
Όφειλε, είχε υποχρέωση να είναι ο πρώτος και όφειλε επίσης ν’ ακολουθήσει τον δρόμο των γονιών, το δρόμο του Κυρίου.
                Όλα έβαιναν καλώς μέχρι που ο Αλέκος τέλειωσε το Γυμνάσιο.
                Από κει και πέρα τώρα, ποιον πήγε και έμοιασε αυτό το πλάσμα, ήταν ένα μυστήριο.
                Δεν φτάνει μόνο που ψήλωσε και ομόρφηνε, έγινε ελεύθερος και ανεξάρτητος και δεν έμπαινε πλέον σε καλούπι....
                 Ολόκληρο το διήγημα στο http://alataki2.blogspot.com
                

Πέμπτη, Οκτωβρίου 15, 2009

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να σκοτώσεις


Δυνατές σουβλιές τρυπούσαν το κεφάλι της, το στομάχι της είχε ανέβει στο στόμα, τα πόδια της δεν την κρατούσαν, δεν μπορούσε να καταπιεί, να μιλήσει, να σκεφτεί. Τίποτε, όλα χάθηκαν.
Εκείνος που της υπόσχονταν αιώνια αγάπη και κείνη τον πίστευε, εκείνος που της έλεγε πως στα μάτια της έβλεπε τον παράδεισο, εκείνος που μαζί του πέρασε λατρεμένες στιγμές, εκείνος λάκισε ξαφνικά.
Έτσι ακριβώς ήταν, λάκισε! Αν και δεν γνωρίζω την ετυμολογία της λέξης, μπορώ να σας διαβεβαιώσω πως είναι η μόνη που ταιριάζει στην συγκεκριμένη περίπτωση.
Έπαθε σοκ. Όταν μπορούσε να σκεφτεί αναρωτιόταν πώς μπόρεσε να της κάνει κάτι τέτοιο, ήταν αδιανόητο, παράλογο.
Σταμάτησε να δουλεύει, κλείστηκε σπίτι, έκλαιγε, κοιμόταν, ξυπνούσε, τίποτε! Δεν ξεθύμαινε με τίποτα.
Μέχρι εκείνο το σωτήριο βράδυ που αποκαμωμένη ξάπλωσε ανάσκελα με τα χέρια πίσω από το κεφάλι και τα μάτια στο ταβάνι και ένιωσε την καρδιά της να φουντώνει από αγανάκτηση, η αγάπη έγινε μίσος, το μίσος έδωσε στο μυαλό της ανάποδες στροφές.
Όχι κύριε, δεν θα καθόταν να κλαίει βδομάδες για τον άπιστο. Αυτό έπρεπε να γίνει. Μόνον έτσι θα ησύχαζε από την ανάμνησή του.
Μόνο αν τον έβλεπε νεκρό!
Μήπως εκείνος δεν την άφησε νεκρή φεύγοντας;
Η σκέψη της προκάλεσε μια ευφορία που είχε βδομάδες να νιώσει Σηκώθηκε, έβαλε ποτό, άναψε τσιγάρο και κάθισε να το σκεφτεί.
Νεκρό, τον ήθελε νεκρό, αλλά πώς; Με ποιον τρόπο σκοτώνεις τους άπιστους;
Στο μυαλό της ερχόταν εικόνες από σκηνές δολοφονίας στα διάφορα θρίλερ που παρακολουθούσε μικρή μαζί με την αδελφή της κι ύστερα μάλωναν για το ποια μάντεψε σωστά το ακριβές σχέδιο.
Να τον έκλεινε στο μπαούλο και να τον πετούσε στη λίμνη, δεν υπήρχε λίμνη στην πόλη τους, υπήρχε όμως ποτάμι. Να του έδινε ραντεβού στο χασάπικο της γειτονιάς και να τον κλείδωνε στο ψυγείο πίσω από τα σφαχτά, πώς να έπειθε τον χασάπη να της δώσει τα κλειδιά; Να τον καλούσε στο εξοχικό της και να τον γκρέμιζε στη θάλασσα από τον πιο ψηλό βράχο, δεν υπήρχαν βράχια εκεί γύρω, αλλά ούτε εξοχικό είχε. Θυμήθηκε τα σχέδια δολοφονίας της Αγκάθα Κρίστι, ήταν λίγο περίπλοκα,
Καλύτερα να σκεφτόταν κάτι δικό της.
Ναι μωρέ, θα τον περίμενε στη γωνία μια παγωμένη νύχτα που θα γυρνούσε σπίτι του, θα τον πυροβολούσε εξ επαφής τρεις φορές για σιγουριά και...ναι, αλλά δεν είχε όπλο. Πού βρίσκεις αλήθεια ένα πιστόλι; Ας σχεδίαζε τις λεπτομέρειες και για το πιστόλι, κάτι θα σκεφτόταν. Θα ντυνόταν στα μαύρα για να χαθεί μέσα στη νύχτα, θα φορούσε σκούφο και μαύρα γυαλιά, και στρωτά παπούτσια για να τρέξει μακριά από τον τόπο του εγκλήματος, Δεν άντεχε τη φυλακή.
Μήπως ήταν καλύτερα ν’ αναθέσει σε επαγγελματία δολοφόνο την εκτέλεσή του; Με ποιο τρόπο έρχεται σ’ επαφή κανείς μ’ αυτούς; Και αν την πρόδιδαν μετά οι άθλιοι; Είναι να τους έχεις εμπιστοσύνη;
Μια μικρή δολιοφθορά στο αυτοκίνητό του ήταν ίσως το καλύτερο. Θα πήγαινε από αυτοκινητιστικό, η πιο αθώα δολοφονία. Θα μάθαινε τις λεπτομέρειες από τον δολοφόνο της Αγκάθα. Αρκεί να της έλεγε και από πού ανοίγει το καπό.
Μπορεί και να τον καλούσε σπίτι για καφέ, τάχα πως ήθελε να του μιλήσει για τελευταία φορά και να του έριχνε δηλητήριο, ή θα τον παρακαλούσε να της φτιάξει την πρίζα και στην κατάλληλη στιγμή θα άνοιγε τον κεντρικό διακόπτη. Σ’ αυτή την περίπτωση ήταν κάπως δύσκολο να ξεφορτωθεί το πτώμα.
Καλά, δεν υπήρχε βία, τώρα που πήρε την απόφαση θα εύρισκε και τον τρόπο.
Απόψε, για πρώτη φορά μετά από βδομάδες, ο ύπνος της ήταν ελαφρύς και τα όνειρα της ήρεμα και γλυκά.

Η εκκλησία δεν είχε κόσμο. Ο μακαρίτης είχε γνωστούς αλλά δεν είχε φίλους, ούτε κοινωνικές σχέσεις αρκετά δυνατές ώστε να διαθέσουν χρόνο για την κηδεία του.
Στην πρώτη σειρά οι στενοί συγγενείς και η πρώην με την οποία δεν είχε προλάβει να πάρει διαζύγιο, βαρυπενθούσα χήρα να κλαίει και να οδύρεται για τον θησαυρό που έχασε. Πέντε-έξη στεφάνια, στον αγαπημένο μας αδελφό και θείο, στον αγαπητό μας κουμπάρο και άλλα τέτοια.
Εκείνη ντύθηκε ήρεμα, τηλεφώνησε σε κάποιον φίλο να τη συνοδέψει και έφτασε στην εκκλησία αφού είχε αρχίσει η τελετή.
Στάθηκε πίσω. Γύρω της άκουγε ψιθυριστές απορίες. Μα πώς τόπαθε, βρε για δες μια χαρά άντρας, ψεύτρα ζωή, κοίτα παιδί μου αυτός που έλεγε πως θα μας θάψει όλους, αχ αχ, το σαράβαλο τη γυναίκα του περίμενε, αυτός πάει, όχι που νόμιζε πως θα της τάτρωγε, νάτην τώρα που θα φάει και τα δικά του.
Εκείνης της ερχόταν να λιποθυμήσει. Πίσω από τα μαύρα γυαλιά τα μάτια της ήταν πρησμένα, άλλο αν μέσα της ένιωθε ικανοποίηση. Το πρώτο για όσα έζησαν μαζί, το δεύτερο για όσα της έκανε.
Η νεκρώσιμη ακολουθία τέλειωσε. Ο κόσμος πήγε να χαιρετήσει και να συλλυπηθεί τη χαροκαμένη. Εκείνη πέρασε στο τέλος. Του έδωσε τον τελευταία ασπασμό και του ψιθύρισε. «Τελικά με παράτησες., τι κατάλαβες;» Εκείνος άσχημος, χλωμός, δεν της απάντησε τι είχε καταλάβει.
Απομακρύνθηκε χωρίς φυσικά να συλλυπηθεί τη χήρα. Η χήρα του ήταν η ίδια στην πραγματικότητα. Δεν έδωσε σημασία στις βρισιές που εκτόξευε η άλλη εναντίον της . «μπιπ, μπιπ… αντροχωρίστρα, μου τον έφαγες και τέτοια.» Βγήκε από την εκκλησία πολύ πιο ήρεμη από πριν.
Κανείς, ποτέ, δεν θα μάθαινε τον δολοφόνο!

Κυριακή πρωί. Η ζέστη είχε αρχίσει να την ταλαιπωρεί. Στριφογύριζε στο κρεβάτι της χωρίς ν’ αποφασίζει να σηκωθεί.
Την ανάγκασε να το κάνει το τηλέφωνο.
- Εμπρός....
- Τι κάνεις αγάπη μου! Εγώ είμαι...
Μιλούσε περιχαρής εκείνος που κάποτε αγαπούσε και λάκισε κι εκείνη περίμενε μέρες και βδομάδες να της τηλεφωνήσει χαμένη στην απελπισία της. Ποιος ξέρει τώρα πως τούρθε!!
Η φωνή του δεν της έλεγε τίποτε.
Σήκωσε το κεφάλι της και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Μια χαρά κούκλα ήταν! Τι δουλειά είχε αυτή με τους νεκρούς; Θυμήθηκε τα λόγια της θείας Σούλας όταν την κατηγορούσαν που ξαναπαντρεύτηκε ένα χρόνο μετά τον θάνατο του άντρα της. «Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους»
Επιστράτευσε τις υποκριτικές της ικανότητες που της είχαν μείνει από την εποχή του σχολείου, τότε που έπαιξε την κορυφαία στην «Ηλέκτρα» και είπε με λυγμό.
-Ωιμέ! Αναστήθηκες εσύ! Μια βδομάδα πριν σε κήδεψα. Ξέρεις τι φασαρία έκανα εγώ για το φόνο σου;
Άντε στον αγύριστο ξανά λοιπόν!


























.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 14, 2009

Ενοικιάζεται δωμάτιο για εργένη


              Η Σταυρίνα την είχε στήσει από το πρωί στο παράθυρο περιμένοντας την απέναντι τη φαρμακομύτα να βγει από το σπίτι να πάει στα τσακίδια, ή έστω στον μπακάλη για να κάνει τη δουλειά της. Με το μάτι αυτηνής καρφωμένο πάνω της η δουλειά δεν είχε ελπίδα να πάει καλά. Δεν πειράζει που θα έβλεπε μετά, αρκεί να μην ήταν εκεί τη συγκεκριμένη στιγμή.
              Η Σταυρίνα ήταν Σμυρνιά και ήξερε από τέτοια κι ας έλεγαν οι άλλοι ότι ήθελαν, τάχα πως ήταν προληπτική κι αλλοπαρμένη. Άμα ο άλλος σε καρφώσει με το μάτι ουαί κι αλλοίμονο και καλά να σε πιάσει το ξεμάτιασμα, αν όμως το μάτι του είναι πιο δυνατό, την έβαψες.
              Επί τέλους η απέναντι πήρε δρόμο και η Σταυρίνα βγήκε με την ησυχία της και κόλλησε τη λωρίδα με το «ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ» στον τοίχο, γραμμένο με μεγάλα κόκκινα γράμματα. Την κόλλησε, τη σταύρωσε και έκανε ευχή να είναι η τελευταία.
              Είδε μάλιστα με τη φαντασία της τον ενοικιαστή να έρχεται. Νέος, ωραίος και ματσωμένος. Και κυρίως ελεύθερος!
              Χήρα γυναίκα η Σταυρίνα με δυο κόρες της παντρειάς, δηλαδή όχι ακριβώς. Είχαν περάσει λίγο την επιθυμητή ηλικία και άλλες στη θέση τους πάντρευαν τα παιδιά τους. Ας είναι. Η ζωή δεν είναι ίδια με όλους, πάρτην όπως έρχεται και δέξου όσα σου φέρνει.
«ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ ΔΩΜΑΤΙΟ ΓΙΑ ΕΡΓΕΝΗ», έγγραφε η λωρίδα και τα υπόλοιπα θα τα εύρισκαν κατ’ ιδίαν. Δηλαδή το δωμάτιο ήταν επιπλωμένο, είχε room service και αν ήταν όλοι τυχεροί και έξτρα περιποίηση.
               Ο προηγούμενος δεν τους βγήκε κατά τα ποθούμενα, πήγε και αρραβωνιάστηκε ένα μήνα μετά και το χειρότερο, ήταν πιστός στην αρραβωνιαστικιά. Τον ξαπόστειλαν λοιπόν πριν την ώρα του με τη δικαιολογία πως ερχόταν από τα ξένα ο αδελφός της Σταυρίνας και χρειαζόταν το δωμάτιο.
               Δυο κόρες λοιπόν η Σταυρίνα, χήρα γυναίκα από τα σαράντα της και την έφαγαν τα πλυσταριά και τα ξένα πατώματα για να τις αναστήσει, να κουτσοφτιάξει και ένα σπιτάκι να το έχουν προίκα. Ισόγειο, ένα με το δρόμο ήταν, με τρία δωμάτια. Μια σάλα όπου κοιμόταν η ίδια και δυο άλλα, το ένα για κρεβατοκάμαρα των κοριτσιών και το άλλο προς ενοικίασιν.
               Αυτό το «προς ενοικίασιν» μάλιστα ήταν στο πίσω μέρος με δικιά του είσοδο. Από τότε που μεγάλωσαν οι κόρες είχε σταματήσει το ξενοδούλεμα και δοξασμένο το όνομά Του, την σήμερον το είχαν φτιάξει το κομποδεματάκι τους. Συνεισέφεραν βέβαια και τα κορίτσια, είχαν τον τρόπο τους.
               Η Ζωζώ και η Ρορό ήταν αδελφές αγαπημένες και αγαπούσαν και τη μάνα τους. Για να λέμε του στραβού το δίκιο τρεις γυναίκες τόσο αγαπημένες, δεν είχε ακουστεί να υπάρχουν άλλες. Όλο και κάτι θα έχουν μάνα και κόρες για να τρώγονται. Αυτές ποτέ! Έλεγαν την αλφαβήτα από την αρχή μέχρι το τέλος μαζί και οι τρεις.
               Η Σταυρίνα κόλλησε το ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ βέβαια γιατί είχε στο νου της τη Ρορό. Τη Ζωζώ την είχε αποκαταστήσει με τον ίδιο τρόπο πριν πέντε χρόνια, δόξα τω θεώ ανάγκη δεν είχε αυτή, την είχε σχεδόν σπιτωμένη ένας φρουτέμπορας με φουσκωμένο πορτοφόλι. Ήταν και πέντε χρόνια μεγαλύτερη από τη Ρορό, θα ήταν αδικία να φροντίσει πρώτα για τη μικρή. Τώρα βέβαια, δεν την είχε ακριβώς σπιτωμένη, γιατί στο σπίτι του είχε τη γυναίκα του με την οποία όλο έλεγε ότι χωρίζει και το πήγαινε από μήνα σε μήνα με αποτέλεσμα να περάσουν κιόλας πέντε χρόνια, αλλά τα έξοδά της τα είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου και κουβαλούσε και στο δικό τους σπίτι ένα σωρό καλούδια.
               Πάντως εκείνη τη φορά το «ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ» έπιασε τόπο, γιατί ο εν λόγω μόλις μια βδομάδα πριν είχε μαλώσει με τη σύζυγο και έψαχνε κάπου να μείνει. Πολύ τις είχε βολέψει εκείνη η κατάσταση αφού ο ενοικιαστής είχε δυο ιδιότητες, εκτός από αυτή του ενοικιαστού που πλήρωνε και το νοίκι κανονικά, είχε και την άλλη του αγαπητικού της Ζωζώς, μόνο που η δεύτερη ιδιότητα δεν ήταν πιστοποιημένη ενώ η πρώτη έριχνε στάχτη στα μάτια του κόσμου.
                Βέβαια η Σταυρίνα, όταν ήρθε κι έδεσε το πράμα και σιγουρεύτηκε πως ο τύπος την είχε δαγκωμένη τη λαμαρίνα με τη Ζωζώ, σαν καλή μάνα που είχε και δεύτερη κόρη προς αποκατάστασιν, τον πήρε κατά μέρος και του είπε γλυκά-γλυκά πως ήταν καλύτερο για όλους να ξενοικιάσει το δωμάτιο, γιατί έτσι κι αλλιώς άνθρωπος του σπιτιού ήταν, η σάλα ήταν διαθέσιμη για το ζευγάρι, η ίδια θα μετακόμιζε στο δωμάτιο της Ρορός και δεν θα τους ενοχλούσε κανείς.
                Δέχτηκε μετά χαράς ο φρουτέμπορας αφού δεν έμενε και μόνιμα εκεί, μια επίσκεψη μέρα παρά μέρα έκανε για τις ανάγκες του.
                Τώρα βέβαια ήταν και λίγο παρακινδυνευμένο εκείνο, διότι κατά την απουσία του, η Ζωζώ και η Ρορό, όχι συχνά πότε-πότε μόνον, δεχόταν και άλλες επισκέψεις. Αλλά όλα πήγαν καλά και πρόβλημα ουδέν.
                Τα τακτοποίησε όλα λοιπόν η Σταυρίνα και αύξησε τις εισπράξεις της αφού είχε και το ενοίκιο και ένα γερό ρεγάλο από τον αγαπητικό που όσο να είναι ένιωθε πιο υποχρεωμένος.
                Λοιπόν, έκανε άριστα που φυλάχτηκε από το καρφωμένο μάτι της απέναντι της φαρμακομύτας, γιατί μόλις την επαύριο χτύπησε την πόρτα της ένας καλοσυμμαζεμένος, τύφλα νάχει ο της Ζωζώς. Αφού τον εξέτασε δεόντως, ήταν ελεύθερος προς γεροντοπαλίκαρο, αλλά και η Ρορό είχε κλείσει τα σαράντα, και είχε έρθει με μετάθεση καθότι δάσκαλος.
                Πέταξε από τη χαρά της η Σταυρίνα, η Ρορό φορούσε και γυαλιά και όταν έδενε το μαλλί σε κότσο μπορούσε κι εκείνη να περάσει για δασκάλα, του έδωσε το δωμάτιο και είπε στη μικρή να μη χάνει καιρό. Δεν είχε δηλαδή και η Ρορό καιρό για χάσιμο, άρχισε πρώτα με room service, πρωινό, μεσημεριανό, βραδινό στο δίσκο, το δωμάτιο λαμπίκο καθημερινά, σιγά-σιγά προσπάθησε να περάσει και σε πιο έξτρα περιποιήσεις, πλην όμως δεν εύρισκε ανταπόκριση.
                 Πέρασε ένας μήνας, πέρασαν δυο, το ίδιο. Έκαναν συμβούλιο και οι τρεις μαζί, βρε μπας και είναι αυτό, μπας και είναι το άλλο, μήπως είναι… α πα, πα, μακριά από μας.
                 Τέτοια περίπτωση δεν τους είχε ξανατύχει εξόν από τον προηγούμενο που ήταν αρραβωνιασμένος, όλοι οι άλλοι στέκονταν στο ύψος τους και αν δεν είχαν περάσει από κει, καν και καν.
                 Συμπέρασμα δεν έβγαζαν, της Σταυρίνας δεν της χωρούσε το μυαλό πως τσάμπα είχε αποφύγει το μάτι της γρουσούζας της απέναντι, τα περιθώρια για τη Ρορό είχαν πολύ στενέψει, την έπιασε το πείσμα το Σμυρνιώτικο, σηκώθηκε και χτύπησε το χέρι στο τραπέζι.
«Βρε δεν πα να είναι ότι θέλει. Αυτός δεν φεύγει από δω μέσα, δάσκαλος πράμα και θα τον αφήσουμε; Ότι και να γίνει, το μηνιάτικο και αν θέλει ο θεός αργότερα και η σύνταξη, θα μείνουν. Θα του βάλουμε κουλούρα ο κόσμος να χαλάσει»
                 Κάθεται λοιπόν και καταστρώνει σχέδιο. Δίνει εντολή στη Ρορό να ρίξει δυο-τρία-τέσσερα χαπάκια από κείνα που έπαιρνε η ίδια για την πίεση και τα νεύρα της και της τα είχε δώσει ο γιατρός, στη σούπα του βραδινού.
                 Τρώει τη σούπα ο δάσκαλος, πίνει και ένα ποτήρι κρασί και αποκοιμιέται όπως ήταν με τα ρούχα. Τον αρπάζει η Σταυρίνα τον γδύνει τσιτσίδι και διατάζει Ζωζώ και Ρορό να γδυθούν κι εκείνες και να ξαπλώσουν δίπλα του μια από δω και μια από κει σε στάσεις που έβαζαν σε μεγάλες υποψίες όποιον τους έβλεπε.
                  Ετοιμάζει τη φωτογραφική μηχανή που τους είχε κάνει δώρο ο αδελφός της όταν γύρισε από τη Γερμανία και κλικ- κλικ τραβάει ένα φιλμ ολόκληρο σε διάφορες και ποικίλες πόζες.
                  Μήνας δεν πρόλαβε να κλείσει από κείνη την επεισοδιακή νύχτα, ο δάσκαλος στεφανώθηκε τη Ρορό με δόξα και τιμή.
                  Τις φωτογραφίες τις καταχώνιασε η Σταυρίνα καλού κακού μην τυχόν και του έρθει κάποια στιγμή να τη χωρίσει.
                  Τώρα ησύχασε το κεφάλι της για τα καλά, άλλο δωμάτιο δεν έχει «προς ενοικίασιν» ούτε άλλη κόρη «προς αποκατάστασιν».

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 10, 2009

H χωματερή της ψυχής μου


Πάει και τούτο τέλειωσε!
Μάζεψα ό,τι είχε απομείνει, κοινούς φίλους, τους τόπους που ταξιδέψαμε, τις αναμνήσεις, τα όνειρα, τα έκλεισα σ’ έναν κύκλο με στραβή περιφέρεια από κείνους που σχεδίαζα χωρίς διαβήτη στο Γυμνάσιο και σαν παραγεμισμένο τσουβάλι, το πέταξα στο σωρό με τους υπόλοιπους....
Έτσι είναι η ζωή μου. Γεμάτη κύκλους πεταμένους.
Χωρίς εμένα μέσα. Εγώ μένω έξω και εξακολουθώ να προσπαθώ να σχεδιάσω τον κύκλο που θα κλείσει μαζί μ’ εμένa που θα είναι ολοστρόγγυλος και γω θα είμαι η γραμμούλα που θα λείπει για να κλείσει σωστά.
Οι κύκλοι που πετώ μου λείπουν για καιρό.
Μετά συνηθίζω.
Αργότερα αρχίζω να σχεδιάζω έναν καινούργιο, άσχετα αν έχω διαπιστώσει πως όσο αυξάνονται οι κύκλοι, τόσο χάνεται η ικανότητά μου και τόσο πιο στραβούς τους φτιάχνω.
Κοίτα να δεις τώρα! Ο τελευταίος πεταμένος δεν πήρε φαίνεται καλά τη θέση του.
Τον κοιτώ και μου φαίνεται πως θα τινάξει πλοκάμια, να με τραβήξει εκεί στα αζήτητα.
Πιάνομαι καλά από την πολυθρόνα μην τυχόν και γίνει έτσι αληθινά. Κολλώ τα πόδια μου στη γη, στρέφω το κεφάλι μου, δεν τα καταφέρνω.
Νιώθω να γίνομαι φτερό, να παρασύρομαι στη χωματερή της ψυχής μου.
Λες κι οι πεταμένοι κύκλοι ανασταίνονται και ζητούν εκδίκηση.
Όμως όχι! Είμαι εδώ! Θα μείνω εδώ, εδώ!
Δεν μπορώ να κρατηθώ, αδύνατον, παρασύρομαι....
Πρέπει να σοφιστώ κάτι άλλο. Να παρακαλέσω ίσως τον τελευταίο τουλάχιστον, να με συγχωρέσει. Μα γιατί; Εγώ έφταιγα; Απλώς τον πέταξα πριν με πετάξει έξω από την περιφέρεια.
Πρόλαβα εγώ!
Αντε στο καλό! Μια χαρά έκανα. Αυτό άλλωστε ήταν που με έσωζε. Αφού έφτιαχνα στραβούς κύκλους, είχα δικαίωμα να τους πετάω. Κι αυτός ο τελευταίος πού θα πάει; Σιγά- σιγά θα βρει τη θέση του, Θα κουρνιάσει εκεί και δεν θα ξανακουνηθεί.
Αλήθεια, πόσους κύκλους χωρά άραγε η χωματερή μιας ψυχής;
Μπορούν να βολευτούν όλοι, ακίνητοι, ακίνδυνοι;
Μήπως κάποια μέρα, πιθανόν λόγω σεισμικής δόνησης, λέω... ή λόγω κάποιας μεταφυσικής αιτίας, -ποιος μπορεί να είναι σίγουρος μ’ αυτά τα πράγματα- ξετιναχτούν ένας ένας και τυλιχτούν γύρω από τον άσπρο μου λαιμό κι αρχίσουν να μικραίνουν, να μικραίνουν, να σφίγγουν, να σφίγγουν...
Λέω, μήπως....