Βρέθηκαν κάποτε μαζί σε έναν κήπο, ένας άνθρωπος, ένα πουλί και ένα λουλούδι.
Το λουλούδι είχε χρώματα σπάνια, ήταν όμορφο και δροσερό, μοσχοβολούσε και λικνίζονταν στο φύσημα του αγέρα.
Το πουλί ήταν χαριτωμένο, ανάλαφρο και κελαηδούσε όμορφα.
Ο άνθρωπος ήταν νέος και καλοφτιαγμένος. Καθόταν στο γρασίδι σκεφτικός και αφηρημένος με τα μάτια κλειστά.
Κάποια στιγμή ακούγεται μια φωνή να λέει.
-Αχ, πόσο σε λυπάμαι φίλε!
Πετάγεται όρθιος ο άνθρωπος να δει ποιος μίλησε, κανείς δε φαινόταν, σκέφτεται πως ήταν η φαντασία του και ξανακάθεται.
Σε λίγο ακούγεται πάλι η ίδια φωνή.
-Εχ, τίποτα δεν έχεις καταλάβει από τη ζωή!
Τρομάζει ο άνθρωπος ψάχνει γύρω, τίποτε, σκέφτεται πως αυτό εδώ το μέρος είναι στοιχειωμένο και τρέχει να φύγει.
Πριν κάνει δυο βήματα, πέφτει μπροστά του ένα πλασματάκι τόσο δα που ήταν και δεν ήταν αληθινό και του λέει.
-Πού πας άνθρωπε, μείνε να χαρείς την ομορφιά.
Ο άνθρωπος δεν μπορεί ούτε να μιλήσει ούτε να κουνηθεί από την τρομάρα του και το πλασματάκι που ήταν και δεν ήταν συνεχίζει.
-Πιάσε κουβέντα με αυτό το όμορφο λουλούδι και κείνο το παραδεισένιο πουλί. Μίλησε μαζί τους και θα μάθεις πολλά.
Συνέρχεται ο άνθρωπος, σκέφτεται τα λόγια που άκουσε και αποφασίζει να κάνει ότι είπε το πλασματάκι.
Πιάνει λοιπόν την κουβέντα στο λουλούδι.
-Τώρα που σε κοιτάζω βλέπω πως είσαι. όμορφο και μυρίζεις υπέροχα. Κρίμα όμως!
-Κρίμα, γιατί; ρωτάει το λουλούδι.
-Κρίμα γιατί σε λίγο θα μαραθείς
Ακούει το πουλί και μπαίνει στην κουβέντα.
-Αχ, ευτυχώς που δεν είμαι λουλούδι..
-Αχ, αναστενάζει πάλι ο άνθρωπος, και σένα σε κλαίω.
-Γιατί το λες αυτό; τιτιβίζει το πουλί, τι ανάγκη έχω εγώ που σκίζω τον αγέρα με τα δυνατά μου φτερά;
-Μπορεί να σκίζεις τον αγέρα και να έχεις δυνατά φτερά, αλλά δε σημαίνει τίποτα.
-Χα! Ποιός το λέει αυτό άνθρωπέ μου, δε βλέπεις που πετάω όπου θέλω;
-Πετάς τώρα, αν όμως αύριο σε σημαδέψει κάποιος με σφεντόνα; Θα σου σπάσει τα φτερά και δεν θα μπορείς να πετάξεις.
-Βρε τι είναι αυτά που λες; Κι εγώ που σου τραγουσούσα τόση ώρα! Δηλαδή νομίζεις πως είναι καλύτερα να μην έχει κανείς φωνή και φτερά;
-Ε, δε λέω, μπορεί εσύ να έχεις φωνή αλλά αν κάποτε πληγωθείς, θα μπορείς να κηλαϊδίσεις;
Το λουλούδι που παρακολουθεί χωρίς να μιλάει, ακούγεται να λέει.
-Α, όσο γι αυτό, εγώ δεν κινδυνεύω να μου σπάσουν τα φτερά..
-Ναι καλά, λέει ο άνθρωπος, εσένα όμως μπορεί να σε κόψουν.
-Ποιός να με κόψει καλέ και γιατί να το κάνει;
-Δεν έχεις ακούσει για λουλούδια που μπαίνουν στο βάζο;
-Πως, βέβαια, πετάγεται το πουλί, έχω δει ανθρώπους να κόβουν τα λουλούδια.
-Εσύ μη μιλάς, λέει ο άνθρωπος, γιατί εσένα μπορεί να σε πιάσουν και να σε κλείσουν σε κλουβί.
-Εμένα σε κλουβί, ας γελάσω, κάνει το πουλί. Τα πουλιά γεννήθηκαν για να πετούν ως τον ουρανό. Πώς να πετάξουν μέσα στο κλουβί;
-Αχ, κάνει ο άνθρωπος, τα πράγματα είναι ακριβώς όπως σας τα λέω, κρίμα είστε και οι δύο. Τόση ομορφιά χαμένη.
Σωπαίνουν για λίγο και οι τρεις. Το πουλί και το λουλούδι σκέφτονται τι μέτρα να πάρουν για να αποφύγουν τα δυσάρεστα που άκουσαν από τον άνθρωπο.
-Δηλαδή, λέει το πουλί για να μην πάθω όσα λες, πρέπει να σταματήσω να πετάω και να κρυφτώ σε έναν θάμνο. Τότε τι πουλί θα ήμουν;
-Μπα, εκεί μπορεί να σε αρπάξει η αλεπού, άσε που μπορεί να πέσεις σε καμιά παγίδα.
-Κι εγώ λέει το λουλούδι, να σταματήσω ν’ ανθίζω και να μυρίζω όμορφα. Μα τότε τι λουλούδι θα ήμουν;
-Δε βαριέσαι, ξαναλέει ο άνθρωπος και να σταματήσεις να ανθίζεις μπορεί να σε κόψουν από τη ρίζα.
-Μα αν είναι όπως τα λες γιατί να υπάρχουν λουλούδια και πουλιά στη φύση; ρωτούν και οι δύο με ένα στόμα.
-Άντε ντε, όλα είναι μάταια, απαντάει ο άνθρωπος αναστενάζοντας.
-Καλά για μας, ψιθυρίζει το λουλούδι, εσύ όμως γιατί είσαι δυστυχισμένος;
-Πώς να μην είμαι, κάνει ο άνθρωπος, μήπως εγώ ξέρω τι θα πάθω φεύγοντας από δω; Μπορεί στο δρόμο να με τσιμπήσει ένα φίδι, ή μπορεί να πέσει πάνω μου κεραυνός, ή να με σκοτώσει κανένας ληστής.
-Βρε τι είναι αυτό που μας βρήκε σήμερα, νευριάζει το πουλί, τι χαζό είμαι που κάθομαι και σε ακούω, μια καλή κουβέντα δεν μας είπες. Ας πετάξω εγώ όπως πετούσα να χαρώ αυτή τη θαυμάσια μέρα. Αυτό μου έλειπε τώρα να αρχίσω να φοβάμαι που είμαι πουλί.
Αυτά φώναξε το πουλί και πέταξε ψηλά.
Το λουλούδι κοιτάζει το πουλί να πετάει και μαλώνει τον άνθρωπο.
-Βλέπεις τώρα τι έκανες, αν δεν μας έλεγες ανοησίες το πουλί θα καθόταν στα κλωνάρια μου και θα κάναμε μια χαρά παρέα. Στο κάτω- κάτω αν με κόψουν θα ανθίσουν άλλα λουλούδια. Μπα σε καλό σου, άσε με άνθρωπέ μου να λουστώ με τον ήλιο, να χορέψω με τ’ αγέρι και να μοσχοβολήσω. Πήγαινε στο καλό σου.
Ο άνθρωπος αναστενάζει πάλι και σηκώνεται να φύγει σκυφτός και κουρασμένος.
Πριν κάνει δυο βήματα, πέφτει μπροστά του το πλασματάκι που ήταν και δεν ήταν.
-Τι να σου πω, του λέει, ρόιδο τα έκανες. Εγώ είπα να μιλήσεις με το λουλούδι και το πουλί γιατί νόμιζα πως θα ήσουν ευτυχισμένος βλέποντας τόση ομορφιά. Ήθελα να μάθεις από το πουλί πόση ευτυχία νιώθει όταν πετάει και από το λουλούδι πώς είδε τον ήλιο να στεγνώνει τις δροσοσταλίδες που του έριξε η νύχτα.
-Άντε σύρε στο καλό, εύχομαι να μην πάθεις όσα φοβάσαι…
Μόνο να με θυμηθείς την επόμενη φορά που θα βρεθεί μπροστά σου ένα πουλί και ένα λουλούδι!
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα παραμύθια δεν είναι παίξε-γέλασε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα παραμύθια δεν είναι παίξε-γέλασε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη, Οκτωβρίου 27, 2009
Τετάρτη, Οκτωβρίου 14, 2009
Τα λερωμένα χέρια και η μουντζούρα στο κούτελο
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στο χωριό μου μια οικογένεια. Πατέρας, μάνα και δυο παιδιά.
Ο πατέρας δούλευε στο χωράφι τους από το πρωί μέχρι το βράδυ για να ζήσει την οικογένεια.και πότε μάζευε το στάρι, πότε φύτευε λάχανα και κρεμμύδια
Η μάνα καθόταν και δεν είχε καμία όρεξη για δουλειά. Της άρεσε μόνο να βολτάρει από δω κι από κει, να συναντά ανθρώπους και να πιάνει την κουβέντα..
Μια μέρα η μάνα συνάντησε δυο πλούσιος ανθρώπους με καθαρά χέρια και όμορφα ρούχα που φαινόταν πως δεν είχαν κάνει ποτέ τη δουλειά του άντρα της. Ζήλεψε, γιατί και η ίδια ήθελε να έχει έναν άντρα με μια καθαρή και φανταχτερή δουλειά.
Έτσι λοιπόν από το ίδιο βράδυ στο τραπέζι, αρχίζει και πιπιλάει το μυαλό του άντρα της.
-Ax άντρα μου, είσαι έξυπνος και σε θαυμάζω, λέει πρώτα
Ο άντρας κολακεύτηκε και χαμογέλασε.
-Άντρα μου τι όμορφος που είσαι!
Ο άντρας κοκκίνισε και σήκωσε το κεφάλι να κοιτάξει τη γυναίκα του.
-Άντρα μου, είσαι διαφορετικός από τους άλλους του χωριού. Εσένα δεν σου πρέπει να κουράζεσαι όλη μέρα στα χωράφια.
Ο άντρας αναστέναξε.
-Άντρα μου, συνεχίζει, εσένα σου πρέπει μια δουλειά που να μην λερώνεις τα όμορφα χέρια σου. Μια δουλειά ας πούμε που να κάθεσαι σε ένα γραφείο και να δίνεις διαταγές.
-Τι λες βρε γυναίκα, μίλησε τώρα ο άντρας, πώς θα κάθομαι σε ένα γραφείο αφού γράμματα δεν ξέρω.
-Μη σε νοιάζει, ξέρω εγώ τι θα κάνω, από αύριο αλλάζουμε ζωή. Θα λέμε ότι δουλεύεις σε γραφείο και στο χωράφι δεν θα ξαναπάς.
-Και πώς θα ζήσουμε βρε άμυαλη, τι θα τρώμε;
-Άκου να δεις τι θα κάνουμε. Θα κοροϊδεύουμε τον κόσμο και θα βγάζουμε πολλά λεφτά.
-Δεν γίνονται αυτά βρε γυναίκα, τι θα πει να κοροϊδεύω τον κόσμο, απατεώνας θα γίνω; Βγάλτο από το μυαλό σου και άσε με να πάω στο χωραφάκι μας να κάνω αυτό που ξέρω.
-Αυτό αποκλείεται, φωνάζει η γυναίκα, εγώ άντρα με λερωμένα χέρια δεν θέλω. Αν δεν κάνεις αυτό που λέω, γυρνάω στη μάνα μου.
-Βρε θα μας κλείσουν φυλακή άμα γίνουμε απατεώνες.
-Μη σε νοιάζει, θα το κάνω έτσι εγώ που κανείς δεν θα καταλάβει τίποτε και όλοι θα νομίζουν ότι σε διόρισαν υπουργό. Μόνο που πρέπει να πάμε να μείνουμε στην πόλη που δεν μας ξέρει κανείς.
Έτσι λοιπόν την άλλη μέρα φεύγουν από το χωριό, η μάνα αγοράζει μοντέρνα ρούχα για τον άντρα της, τον κάνει αγνώριστο και φωνάζει τα παιδιά της.
-Από σήμερα όταν σας ρωτούν τι δουλειά κάνει ο πατέρας σας, θα λέτε πως είναι υπουργός.
-Γιατί να λέμε έτσι, αφού δεν είναι.
-Θα λέτε έτσι για να νομίζει ο κόσμος ότι είμαστε από αρχοντική γενιά και να μας σέβεται.
Την άλλη μέρα το μεσημέρι γυρίζουν τα παιδιά από το σχολείο και λένε στη μάνα.
-Μας ρώτησε ο δάσκαλος τι δουλειά κάνει ο πατέρας και είπαμε πως είναι υπουργός και μετά μας ρώτησε τι δουλειά κάνει η μάνα μας.
-Ωραία, τρίβει τα χέρια η μάνα, αύριο να πείτε πως η μάνα σας είναι διευθύντρια στο υπουργείο του πατέρα σας.
Το άλλο μεσημέρι λένε τα παιδιά.
-Μας ρώτησε ο διευθυντής του σχολείου τι δουλειά κάνει ο παππούς μας.
-Πολύ καλά, ξανατρίβει τα χέρια η μάνα, από αύριο θα λέτε πως ο παππούς σας είναι δικαστής.
Πέρασε μια βδομάδα και ένα πρωί φάνηκε στο σπίτι ένας άντρας φτωχικά ντυμένος που κρατούσε ένα μεγάλο καλάθι.
-Καλημέρα κυρία υπουργίνα, λέει με σεβασμό, εσείς που είστε αξιοσέβαστοι άνθρωποι, βοηθείστε και μας τους άμοιρους. Ήρθα να ζητήσω μια χάρη. Να, σου έφερε και λίγα καλούδια από το χωριό.
Η γυναίκα ρίχνει μια ματιά στο καλάθι, γεμάτο μέχρι πάνω και ακούει τη χάρη που ήθελε ο ανθρωπάκος.
-Πολύ ευχαρίστως να σας βοηθήσουμε, μιλάει ευγενικά, μόνο που θα χρειαστούν και λίγα χρήματα για να πληρώσουμε τον κατάλληλο άνθρωπο.
-Λίγα έχω, πάρτα αν είναι να γίνει η δουλειά, λέει ο ανθρωπάκος..
Την άλλη μέρα φάνηκε άλλος άνθρωπος και από τότε συχνά-πυκνά στο σπίτι έφταναν πολλοί που είχαν ανάγκη και ζητούσαν διάφορες χάρες. Κανένας δεν ερχόταν με άδεια χέρια και όλοι άφηναν καλούδια και χρήματα.
Στο μεταξύ, οι πλούσιοι της πόλης που έμαθαν πως είχαν κοντά τους μια αξιοσέβαστη φαμίλια, άρχισαν να τους καλούν στις γιορτές και τα τραπέζια και η γυναίκα ήταν πολύ περήφανη για τα κατορθώματά της.
Ο άντρας που έβλεπε πως μια χαρά βολευόταν και έτσι η κατάσταση καθόταν όλη μέρα και άφηνε εκείνη να κάνει κουμάντο.
Πέρασε λίγος καιρός με την οικογένεια να περνάει ζωή και κότα και μια μέρα, το νέο έφτασε στ’ αυτιά του αληθινού υπουργού και του αληθινού δικαστή.
«Βρε, εδώ απατεώνες μας μυρίζονται», είπαν και πιάστηκαν να ξεδιαλύνουν την κατάσταση. Ντύθηκαν και οι δυο με φτωχικά ρούχα και πήγαν στο σπίτι του δήθεν υπουργού.
Εκεί που ζητούσαν από την υπουργίνα τις χάρες που τάχα ήθελαν, φώναξαν τους χωροφύλακες που περίμεναν απ’ έξω, έδεσαν τους απατεώνες και τους έριξαν στην φυλακή. Οι γείτονες που μυρίστηκαν φασαρία, μαζεύτηκαν για να κάνουν χάζι και άκουσαν τον άντρα να μουρμουρίζει.
-Βρε τι έπαθα ο άμοιρος, φοβήθηκα τα λερωμένα χέρια που τα ξέπλενα με νερό και καθάριζαν, τώρα πώς να ξεπλύνω το κούτελό μου από τη στάμπα του απατεώνα;
Ο πατέρας δούλευε στο χωράφι τους από το πρωί μέχρι το βράδυ για να ζήσει την οικογένεια.και πότε μάζευε το στάρι, πότε φύτευε λάχανα και κρεμμύδια
Η μάνα καθόταν και δεν είχε καμία όρεξη για δουλειά. Της άρεσε μόνο να βολτάρει από δω κι από κει, να συναντά ανθρώπους και να πιάνει την κουβέντα..
Μια μέρα η μάνα συνάντησε δυο πλούσιος ανθρώπους με καθαρά χέρια και όμορφα ρούχα που φαινόταν πως δεν είχαν κάνει ποτέ τη δουλειά του άντρα της. Ζήλεψε, γιατί και η ίδια ήθελε να έχει έναν άντρα με μια καθαρή και φανταχτερή δουλειά.
Έτσι λοιπόν από το ίδιο βράδυ στο τραπέζι, αρχίζει και πιπιλάει το μυαλό του άντρα της.
-Ax άντρα μου, είσαι έξυπνος και σε θαυμάζω, λέει πρώτα
Ο άντρας κολακεύτηκε και χαμογέλασε.
-Άντρα μου τι όμορφος που είσαι!
Ο άντρας κοκκίνισε και σήκωσε το κεφάλι να κοιτάξει τη γυναίκα του.
-Άντρα μου, είσαι διαφορετικός από τους άλλους του χωριού. Εσένα δεν σου πρέπει να κουράζεσαι όλη μέρα στα χωράφια.
Ο άντρας αναστέναξε.
-Άντρα μου, συνεχίζει, εσένα σου πρέπει μια δουλειά που να μην λερώνεις τα όμορφα χέρια σου. Μια δουλειά ας πούμε που να κάθεσαι σε ένα γραφείο και να δίνεις διαταγές.
-Τι λες βρε γυναίκα, μίλησε τώρα ο άντρας, πώς θα κάθομαι σε ένα γραφείο αφού γράμματα δεν ξέρω.
-Μη σε νοιάζει, ξέρω εγώ τι θα κάνω, από αύριο αλλάζουμε ζωή. Θα λέμε ότι δουλεύεις σε γραφείο και στο χωράφι δεν θα ξαναπάς.
-Και πώς θα ζήσουμε βρε άμυαλη, τι θα τρώμε;
-Άκου να δεις τι θα κάνουμε. Θα κοροϊδεύουμε τον κόσμο και θα βγάζουμε πολλά λεφτά.
-Δεν γίνονται αυτά βρε γυναίκα, τι θα πει να κοροϊδεύω τον κόσμο, απατεώνας θα γίνω; Βγάλτο από το μυαλό σου και άσε με να πάω στο χωραφάκι μας να κάνω αυτό που ξέρω.
-Αυτό αποκλείεται, φωνάζει η γυναίκα, εγώ άντρα με λερωμένα χέρια δεν θέλω. Αν δεν κάνεις αυτό που λέω, γυρνάω στη μάνα μου.
-Βρε θα μας κλείσουν φυλακή άμα γίνουμε απατεώνες.
-Μη σε νοιάζει, θα το κάνω έτσι εγώ που κανείς δεν θα καταλάβει τίποτε και όλοι θα νομίζουν ότι σε διόρισαν υπουργό. Μόνο που πρέπει να πάμε να μείνουμε στην πόλη που δεν μας ξέρει κανείς.
Έτσι λοιπόν την άλλη μέρα φεύγουν από το χωριό, η μάνα αγοράζει μοντέρνα ρούχα για τον άντρα της, τον κάνει αγνώριστο και φωνάζει τα παιδιά της.
-Από σήμερα όταν σας ρωτούν τι δουλειά κάνει ο πατέρας σας, θα λέτε πως είναι υπουργός.
-Γιατί να λέμε έτσι, αφού δεν είναι.
-Θα λέτε έτσι για να νομίζει ο κόσμος ότι είμαστε από αρχοντική γενιά και να μας σέβεται.
Την άλλη μέρα το μεσημέρι γυρίζουν τα παιδιά από το σχολείο και λένε στη μάνα.
-Μας ρώτησε ο δάσκαλος τι δουλειά κάνει ο πατέρας και είπαμε πως είναι υπουργός και μετά μας ρώτησε τι δουλειά κάνει η μάνα μας.
-Ωραία, τρίβει τα χέρια η μάνα, αύριο να πείτε πως η μάνα σας είναι διευθύντρια στο υπουργείο του πατέρα σας.
Το άλλο μεσημέρι λένε τα παιδιά.
-Μας ρώτησε ο διευθυντής του σχολείου τι δουλειά κάνει ο παππούς μας.
-Πολύ καλά, ξανατρίβει τα χέρια η μάνα, από αύριο θα λέτε πως ο παππούς σας είναι δικαστής.
Πέρασε μια βδομάδα και ένα πρωί φάνηκε στο σπίτι ένας άντρας φτωχικά ντυμένος που κρατούσε ένα μεγάλο καλάθι.
-Καλημέρα κυρία υπουργίνα, λέει με σεβασμό, εσείς που είστε αξιοσέβαστοι άνθρωποι, βοηθείστε και μας τους άμοιρους. Ήρθα να ζητήσω μια χάρη. Να, σου έφερε και λίγα καλούδια από το χωριό.
Η γυναίκα ρίχνει μια ματιά στο καλάθι, γεμάτο μέχρι πάνω και ακούει τη χάρη που ήθελε ο ανθρωπάκος.
-Πολύ ευχαρίστως να σας βοηθήσουμε, μιλάει ευγενικά, μόνο που θα χρειαστούν και λίγα χρήματα για να πληρώσουμε τον κατάλληλο άνθρωπο.
-Λίγα έχω, πάρτα αν είναι να γίνει η δουλειά, λέει ο ανθρωπάκος..
Την άλλη μέρα φάνηκε άλλος άνθρωπος και από τότε συχνά-πυκνά στο σπίτι έφταναν πολλοί που είχαν ανάγκη και ζητούσαν διάφορες χάρες. Κανένας δεν ερχόταν με άδεια χέρια και όλοι άφηναν καλούδια και χρήματα.
Στο μεταξύ, οι πλούσιοι της πόλης που έμαθαν πως είχαν κοντά τους μια αξιοσέβαστη φαμίλια, άρχισαν να τους καλούν στις γιορτές και τα τραπέζια και η γυναίκα ήταν πολύ περήφανη για τα κατορθώματά της.
Ο άντρας που έβλεπε πως μια χαρά βολευόταν και έτσι η κατάσταση καθόταν όλη μέρα και άφηνε εκείνη να κάνει κουμάντο.
Πέρασε λίγος καιρός με την οικογένεια να περνάει ζωή και κότα και μια μέρα, το νέο έφτασε στ’ αυτιά του αληθινού υπουργού και του αληθινού δικαστή.
«Βρε, εδώ απατεώνες μας μυρίζονται», είπαν και πιάστηκαν να ξεδιαλύνουν την κατάσταση. Ντύθηκαν και οι δυο με φτωχικά ρούχα και πήγαν στο σπίτι του δήθεν υπουργού.
Εκεί που ζητούσαν από την υπουργίνα τις χάρες που τάχα ήθελαν, φώναξαν τους χωροφύλακες που περίμεναν απ’ έξω, έδεσαν τους απατεώνες και τους έριξαν στην φυλακή. Οι γείτονες που μυρίστηκαν φασαρία, μαζεύτηκαν για να κάνουν χάζι και άκουσαν τον άντρα να μουρμουρίζει.
-Βρε τι έπαθα ο άμοιρος, φοβήθηκα τα λερωμένα χέρια που τα ξέπλενα με νερό και καθάριζαν, τώρα πώς να ξεπλύνω το κούτελό μου από τη στάμπα του απατεώνα;
Ετικέτες
Τα παραμύθια δεν είναι παίξε-γέλασε
Κυριακή, Σεπτεμβρίου 20, 2009
Τα πέντε παιδιά με τη μία μάνα
Μια φορά κι έναν καιρό - άραγε μόνο τότε- μια από τις τόσες μάνες, γέννησε πέντε γιους. Μόλις γεννήθηκε ο πρώτος, ο πατέρας είχε χαρά μεγάλη που το όνομά του θα συνέχιζε ν’ ακούγεται και η δική της μάνα, της είπε.
«Αχ κόρη μου, της καλομάνας το παιδί το πρώτο νάν’ κορίτσι»
Γεννήθηκε και ο δεύτερος γιος και ο πατέρας ήταν πολύ περήφανος που γεννούσε αρσενικά. Η δική της μάνα, είπε πάλι.
«Αχ κόρη μου, δύσκολο δρόμο έχεις».
Το ίδιο έγινε και στους άλλους τρεις γιους και η μάνα της είπε πάλι.
«Αχ κόρη μου, ποιος θα σε κοιτάξει στα γεράματα»
Η μάνα με τους πέντε γιους ξυπνούσε χαράματα και κοιμόταν μεσάνυχτα για να τα βγάλει πέρα και όλη μέρα από το πλυσταριό στην κουζίνα.
Στον κήπο γύρω από το σπίτι είχε βάλει περβόλι και κότες και δυο κατσίκες, πώς να ταϊστούν τόσα στόματα. Ο άντρας της σαν είδε πως δεν τα έβγαζε πέρα, έφυγε να δουλέψει μακριά. Γύριζε σπίτι μια φορά το χρόνο και πολύ χαιρόταν που οι γιοι του μεγάλωναν.
Πότε έτσι πότε αλλιώς, η μάνα χήρεψε, οι γιοι μεγάλωσαν, και μια μέρα λέει ο πρώτος γιος.
-Μάνα, ήρθε η ώρα να κάνω τη δικιά μου οικογένεια. Θα παντρευτώ ένα καλό κορίτσι, μόνο που μένει πολύ μακριά κι εγώ θα την ακολουθήσω στον τόπο της. Εσύ μη στεναχωριέσαι, έχεις τους άλλους εδώ.
-Κοίτα τη ζωή σου παιδάκι μου, αρκεί να είσαι καλά και μη στεναχωριέσαι για μένα, είπε η μάνα και του έδωσε την ευχή της.
Έφυγε ο μεγάλος γιος και ήρθε η σειρά του δεύτερου που ήταν σπουδαγμένος.
-Μάνα, λέει μια μέρα, για να προκόψω πρέπει να πάω στην πρωτεύουσα, εδώ δεν έχει δουλειές. Εσύ όμως μη στεναχωριέσαι, έχεις τους άλλους εδώ.
-Να πας παιδάκι μου και μη στεναχωριέσαι για μένα, εσύ να είσαι καλά. Έδωσε και στον δεύτερο την ευχή της και τον αποχαιρέτησε.
Σε λίγο καιρό ήρθε και ο τρίτος και είπε.
-Μάνα, από τότε που κατάλαβα τον κόσμο, ένα όνειρο έχω. Να πάω να ζήσω στην Αμερική. Εκεί υπάρχουν πολλές ευκαιρίες για τους δουλευταράδες, να κάνω κι εγώ την τύχη μου.
-Μακριά είναι η Αμερική παιδάκι μου αλλά να πας άμα αυτό είναι το όνειρό σου. Κοίτα να προκόψεις, να έχεις την ευχή μου.
Έφυγε και ο τρίτος και έρχεται ο τέταρτος.
-Μάνα, λέει, εγώ δεν μπορώ να μείνω στο χωριό. Θέλω να ταξιδέψω στις θάλασσες να γνωρίσω τον κόσμο. Σε ένα μήνα θα μπαρκάρω, αλλά εσύ μη στεναχωριέσαι, θα έχεις τον μικρό να σε φροντίζει.
-Επικίνδυνες οι θάλασσες παιδάκι μου, αλλά άμα τις αγαπάς τόσο πολύ, ώρα σου καλή, μη νοιάζεσαι για μένα.
Έμεινε σπίτι η μάνα με τον μικρό γιο και όσο νάναι την έπιασε η στεναχώρια. Από κει που ήταν πέντε, τάρα είχε μόνο τον ένα. Ώσπου ένα πρωί ακούει και τον μικρό να της λέει.
-Βρε μάνα, τι να κάνω εγώ εδώ πέρα μοναχός μου, να δουλεύω στα χωράφια; Εμένα μου αρέσουν άλλα πράγματα. Θέλω να γίνω καλλιτέχνης, να με γνωρίσει ο κόσμος και να δοξαστώ. Εσύ όμως μη στεναχωριέσαι. Θα πάω και μόλις τα καταφέρω θα γυρίσω να σε πάρω. Να φύγεις κι εσύ από το χωριό να δεις πώς ζει ο κόσμος.
-Καλά βρε παιδάκι μου, είπε η μάνα λυπημένη, αφού άλλα θέλεις, πώς να σε κρατήσω με το ζόρι. Πήγαινε στο καλό και έλα πότε-πότε να σε βλέπω που είσαι και το στερνοπούλι μου.
Φεύγει και ο τελευταίος γιος και μένει η μάνα μοναχή στο σπίτι. Κάθε πρωί που ξυπνούσε και κάθε βράδυ που κοιμόταν, περνούσε από τα κρεβάτια των γιων, φιλούσε τα μαξιλάρια και παρακαλούσε το θεό να τους έχει καλά. Φρόντιζε το περβόλι και τις κότες και σαν σουρούπωνε και ήταν ο καιρός καλός, έπαιρνε το καρεκλάκι και καθόταν στο κατώφλι να χαζεύει το δρόμο και να λέει καμιά κουβέντα με τις γειτόνισσες.
Ήρθε χειμώνας, ήρθαν και Χριστούγεννα και τούτα τα Χριστούγεννα ήταν τα πρώτα που η μάνα με τους πέντε γιους, δεν είχε σπίτι ούτε έναν. Στέλνει μήνυμα στον μεγάλο που παντρεύτηκε μακριά.
-Έλα να σε δω παιδάκι μου, να δω και τα εγγόνια μου, να σφάξουμε και τα δυο κοκόρια που έχω στην αυλή.
-Σώπα βρε μάνα, τι να κάνουμε Χριστουγεννιάτικα στο χωριό, θα έρθω το Πάσχα.
Στέλνει μήνυμα στον δεύτερο.
-Έλα να σε δω παιδάκι μου που σε πεθύμησα, θα σφάξω και τον κόκορα να σου φτιάξω τη σούπα που σου άρεσε.
-Αχ μάνα νάξερες τι δουλειές έχω εδώ, δεν με συμφέρει να φύγω αυτή την εποχή.
Ο τρίτος ήταν στην Αμερική, ο τέταρτος ήταν στα καράβια, στέλνει μήνυμα στον τελευταίο.
Έλα να σε δω παιδάκι μου που έχω τόσο καιρό. Κρίμα να σφάξω το κοκόρι για μένα μόνο.
-Μάνα, ούτε να το σκέφτεσαι. Τώρα τα Χριστούγεννα δουλεύουμε εμείς οι καλλιτέχνες.
Πάνε τα Χριστούγεννα, πάει και το Πάσχα και οι γιοι δεν φάνηκαν και πέρασαν τα χρόνια και αρρώστησε η μάνα και ήθελε φροντίδα. Στέλνουν μήνυμα οι γείτονες στους γιους.
Παίρνει το μήνυμα ο πρώτος και ειδοποιεί τον δεύτερο να πάει στο χωριό, γιατί εκείνος είχε οικογένεια και πολλές υποχρεώσεις.
Παίρνει το μήνυμα ο δεύτερος και ειδοποιεί τον τρίτο γιατί εκείνος ήταν επιστήμονας και είχε σπουδαίες δουλειές να κάνει.
Παίρνει το μήνυμα ο τρίτος και ειδοποιεί τον τέταρτο, γιατί ήταν μεγάλο το ταξίδι από την Αμερική.
Παίρνει το μήνυμα ο τέταρτος και ειδοποιεί τον πέμπτο γιατί το καράβι του έπιασε λιμάνι μακρινό.
Παίρνει το μήνυμα ο πέμπτος, αλλά αφηρημένος καθότι καλλιτέχνης το πέταξε χωρίς να το διαβάσει.
Και περιμένει ακόμα η μάνα με τους πέντε γιους και κάθεται και σκέφτεται πόσο εύκολο είναι για μια μάνα να φροντίσει πέντε παιδιά και πόσο δύσκολο είναι πέντε παιδιά να φροντίσουν μία μάνα.
«Αχ κόρη μου, της καλομάνας το παιδί το πρώτο νάν’ κορίτσι»
Γεννήθηκε και ο δεύτερος γιος και ο πατέρας ήταν πολύ περήφανος που γεννούσε αρσενικά. Η δική της μάνα, είπε πάλι.
«Αχ κόρη μου, δύσκολο δρόμο έχεις».
Το ίδιο έγινε και στους άλλους τρεις γιους και η μάνα της είπε πάλι.
«Αχ κόρη μου, ποιος θα σε κοιτάξει στα γεράματα»
Η μάνα με τους πέντε γιους ξυπνούσε χαράματα και κοιμόταν μεσάνυχτα για να τα βγάλει πέρα και όλη μέρα από το πλυσταριό στην κουζίνα.
Στον κήπο γύρω από το σπίτι είχε βάλει περβόλι και κότες και δυο κατσίκες, πώς να ταϊστούν τόσα στόματα. Ο άντρας της σαν είδε πως δεν τα έβγαζε πέρα, έφυγε να δουλέψει μακριά. Γύριζε σπίτι μια φορά το χρόνο και πολύ χαιρόταν που οι γιοι του μεγάλωναν.
Πότε έτσι πότε αλλιώς, η μάνα χήρεψε, οι γιοι μεγάλωσαν, και μια μέρα λέει ο πρώτος γιος.
-Μάνα, ήρθε η ώρα να κάνω τη δικιά μου οικογένεια. Θα παντρευτώ ένα καλό κορίτσι, μόνο που μένει πολύ μακριά κι εγώ θα την ακολουθήσω στον τόπο της. Εσύ μη στεναχωριέσαι, έχεις τους άλλους εδώ.
-Κοίτα τη ζωή σου παιδάκι μου, αρκεί να είσαι καλά και μη στεναχωριέσαι για μένα, είπε η μάνα και του έδωσε την ευχή της.
Έφυγε ο μεγάλος γιος και ήρθε η σειρά του δεύτερου που ήταν σπουδαγμένος.
-Μάνα, λέει μια μέρα, για να προκόψω πρέπει να πάω στην πρωτεύουσα, εδώ δεν έχει δουλειές. Εσύ όμως μη στεναχωριέσαι, έχεις τους άλλους εδώ.
-Να πας παιδάκι μου και μη στεναχωριέσαι για μένα, εσύ να είσαι καλά. Έδωσε και στον δεύτερο την ευχή της και τον αποχαιρέτησε.
Σε λίγο καιρό ήρθε και ο τρίτος και είπε.
-Μάνα, από τότε που κατάλαβα τον κόσμο, ένα όνειρο έχω. Να πάω να ζήσω στην Αμερική. Εκεί υπάρχουν πολλές ευκαιρίες για τους δουλευταράδες, να κάνω κι εγώ την τύχη μου.
-Μακριά είναι η Αμερική παιδάκι μου αλλά να πας άμα αυτό είναι το όνειρό σου. Κοίτα να προκόψεις, να έχεις την ευχή μου.
Έφυγε και ο τρίτος και έρχεται ο τέταρτος.
-Μάνα, λέει, εγώ δεν μπορώ να μείνω στο χωριό. Θέλω να ταξιδέψω στις θάλασσες να γνωρίσω τον κόσμο. Σε ένα μήνα θα μπαρκάρω, αλλά εσύ μη στεναχωριέσαι, θα έχεις τον μικρό να σε φροντίζει.
-Επικίνδυνες οι θάλασσες παιδάκι μου, αλλά άμα τις αγαπάς τόσο πολύ, ώρα σου καλή, μη νοιάζεσαι για μένα.
Έμεινε σπίτι η μάνα με τον μικρό γιο και όσο νάναι την έπιασε η στεναχώρια. Από κει που ήταν πέντε, τάρα είχε μόνο τον ένα. Ώσπου ένα πρωί ακούει και τον μικρό να της λέει.
-Βρε μάνα, τι να κάνω εγώ εδώ πέρα μοναχός μου, να δουλεύω στα χωράφια; Εμένα μου αρέσουν άλλα πράγματα. Θέλω να γίνω καλλιτέχνης, να με γνωρίσει ο κόσμος και να δοξαστώ. Εσύ όμως μη στεναχωριέσαι. Θα πάω και μόλις τα καταφέρω θα γυρίσω να σε πάρω. Να φύγεις κι εσύ από το χωριό να δεις πώς ζει ο κόσμος.
-Καλά βρε παιδάκι μου, είπε η μάνα λυπημένη, αφού άλλα θέλεις, πώς να σε κρατήσω με το ζόρι. Πήγαινε στο καλό και έλα πότε-πότε να σε βλέπω που είσαι και το στερνοπούλι μου.
Φεύγει και ο τελευταίος γιος και μένει η μάνα μοναχή στο σπίτι. Κάθε πρωί που ξυπνούσε και κάθε βράδυ που κοιμόταν, περνούσε από τα κρεβάτια των γιων, φιλούσε τα μαξιλάρια και παρακαλούσε το θεό να τους έχει καλά. Φρόντιζε το περβόλι και τις κότες και σαν σουρούπωνε και ήταν ο καιρός καλός, έπαιρνε το καρεκλάκι και καθόταν στο κατώφλι να χαζεύει το δρόμο και να λέει καμιά κουβέντα με τις γειτόνισσες.
Ήρθε χειμώνας, ήρθαν και Χριστούγεννα και τούτα τα Χριστούγεννα ήταν τα πρώτα που η μάνα με τους πέντε γιους, δεν είχε σπίτι ούτε έναν. Στέλνει μήνυμα στον μεγάλο που παντρεύτηκε μακριά.
-Έλα να σε δω παιδάκι μου, να δω και τα εγγόνια μου, να σφάξουμε και τα δυο κοκόρια που έχω στην αυλή.
-Σώπα βρε μάνα, τι να κάνουμε Χριστουγεννιάτικα στο χωριό, θα έρθω το Πάσχα.
Στέλνει μήνυμα στον δεύτερο.
-Έλα να σε δω παιδάκι μου που σε πεθύμησα, θα σφάξω και τον κόκορα να σου φτιάξω τη σούπα που σου άρεσε.
-Αχ μάνα νάξερες τι δουλειές έχω εδώ, δεν με συμφέρει να φύγω αυτή την εποχή.
Ο τρίτος ήταν στην Αμερική, ο τέταρτος ήταν στα καράβια, στέλνει μήνυμα στον τελευταίο.
Έλα να σε δω παιδάκι μου που έχω τόσο καιρό. Κρίμα να σφάξω το κοκόρι για μένα μόνο.
-Μάνα, ούτε να το σκέφτεσαι. Τώρα τα Χριστούγεννα δουλεύουμε εμείς οι καλλιτέχνες.
Πάνε τα Χριστούγεννα, πάει και το Πάσχα και οι γιοι δεν φάνηκαν και πέρασαν τα χρόνια και αρρώστησε η μάνα και ήθελε φροντίδα. Στέλνουν μήνυμα οι γείτονες στους γιους.
Παίρνει το μήνυμα ο πρώτος και ειδοποιεί τον δεύτερο να πάει στο χωριό, γιατί εκείνος είχε οικογένεια και πολλές υποχρεώσεις.
Παίρνει το μήνυμα ο δεύτερος και ειδοποιεί τον τρίτο γιατί εκείνος ήταν επιστήμονας και είχε σπουδαίες δουλειές να κάνει.
Παίρνει το μήνυμα ο τρίτος και ειδοποιεί τον τέταρτο, γιατί ήταν μεγάλο το ταξίδι από την Αμερική.
Παίρνει το μήνυμα ο τέταρτος και ειδοποιεί τον πέμπτο γιατί το καράβι του έπιασε λιμάνι μακρινό.
Παίρνει το μήνυμα ο πέμπτος, αλλά αφηρημένος καθότι καλλιτέχνης το πέταξε χωρίς να το διαβάσει.
Και περιμένει ακόμα η μάνα με τους πέντε γιους και κάθεται και σκέφτεται πόσο εύκολο είναι για μια μάνα να φροντίσει πέντε παιδιά και πόσο δύσκολο είναι πέντε παιδιά να φροντίσουν μία μάνα.
Ετικέτες
Τα παραμύθια δεν είναι παίξε-γέλασε
Τρίτη, Σεπτεμβρίου 08, 2009
Παραμύθι. Ο Επιστήμων κ. Λϋκος - Ιωάννα Φωτιάδου, blog to alataki
Μια φορά, αλλά αυτά συμβαίνουν και πολλές φορές, στο χωριό ζούσε μια οικογένεια σαν όλες τις άλλες. Είχαν σπίτι, χωραφάκια για να σπέρνουν στάρι, πρόβατα και γίδια, ένα-δυο τσοπανόσκυλα και παιδιά. Όλες οι οικογένειες είχαν από δυο παιδιά και πάνω, άλλος τρία, άλλος τέσσερα και πέντε, παρ’ εκτός από ένα αντρόγυνο που είχε ένα γιο, μοναχοπαίδι.
Τα παιδιά των χωριανών σα μεγάλωσαν, ανέλαβαν τα χωράφια και τα γιδοπρόβατα, παντρεύτηκαν, έκαναν δικά τους παιδιά και οι γονείς ξεκουράζονταν και τα καμάρωναν. Το μοναχοπαίδι σα μεγάλωσε, είπε στους γονιούς.
«Μάνα, πατέρα, ελάτε να σας χαιρετήσω, αύριο με το χάραμα φεύγω για την πρωτεύουσα.
«Θεός φυλάξοι, σταυροκοπήθηκαν οι γονείς.
"Μάνα, πατέρα, πάω να γίνω επιστήμων".«Πώς γίνεται αυτό γιε μ’;»
«Όπως γίνεται. Θα σπουδάσω επιστήμων».
«Τι κατεβάζει η γκλάβα σ’ παιδάκι μ’!»
Είπαν, είπαν, τίποτα το μοναχοπαίδι. Κάθισαν και το σκέφτηκαν από δω, το σκέφτηκαν από κει, στο τέλος λέει η μάνα.
«Άκου δω άντρα μ’, για να θέλει το παιδί να φύγει στην πρωτεύουσα, πάει να πει ότι και τα γίδια και τα πρόβατα και ούλο το χωριό θα δει μεγάλη ωφέλεια και θα προκόψει περισσότερο. Εγώ λέω να τον αφήσεις να πάει».
«Άμα είναι έτσι, άντε ώρα καλή», είπε ο πατέρας και τον ξεπροβόδισε.
Έφυγε ο γιος, έγινε σούσουρο και πολύ χάρηκαν οι χωριάτες που στα μέρη τους θα είχαν έναν “επιστήμων” αύριο μεθαύριο.
Έφτασε το πρώτο καλοκαίρι, ήρθε και το μοναχοπαίδι από την πρωτεύουσα. Τον είδαν οι χωριανοί και τον θαύμασαν έτσι που ήταν ντυμένος πρωτευουσιάνικα και, άκου να δεις, έτρωγε το παϊδι με μαχαίρι και πιρούνι. Κάθε φορά που έβγαινε στην πλατεία, σηκώνονταν και οι πιο γεροντότεροι, τον χαιρετούσαν με σεβασμό και έλεγαν «Καλή σου ώρα κύριε επιστήμων»
Φούσκωναν από χαρά ο πατέρας και η μάνα και περίμεναν με αγωνία να δουν τι πράμα ήταν τούτο
το “επιστήμων”.
Κάθε καλοκαίρι γίνονταν το ίδιο, έρχονταν ο γιος στο χωριό καλοντυμένος και με καινούργιες συνήθειες, όλο και πιο εξελιγμένες και οι χωριανοί του έδειχναν όλο και μεγαλύτερο σεβασμό, μόνο που κάθε φορά έμενε όλο και πιο λίγες μέρες και δεν προλάβαιναν να τον χαρούν. Πέρασαν έτσι πολλά καλοκαίρια, μα κανένας δεν είχε μάθει τι ήταν αυτό "το επιστήμων" που σπούδασε ο μοναχογιός.
Άρχισαν όλοι ν’ απορούν, ρωτούσαν ο ένας τον άλλο, κανείς δεν ήξερε να δώσει απάντηση.
Ρώτησαν τον Πρόεδρο, ρώτησαν τον παπά, ρώτησαν τον χωροφύλακα, ούτε κι εκείνοι μπόρεσαν να τους λύσουν την απορία.
Μια μέρα μαζεύτηκαν όλοι στην πλατεία, κουβέντιασαν το θέμα και κατέληξαν πως είναι άδικο να έχουν στο χωριό τους έναν “επιστήμων” και να μην ξέρουν τι πράμα είναι αυτό, που πα να πει, δεν ήξεραν και σε τι μπορεί να τους φανεί χρήσιμος. Αποφάσισαν λοιπόν να κάνουν μια επίσκεψη στο σπίτι των γονιών γιατί σίγουρα ήταν οι μόνοι που θα τους έδιναν μιαν απάντηση.
Την Κυριακή μετά την εκκλησία, μαζεύτηκαν οι προύχοντες και ροβόλησαν κατά το σπίτι.
Τους καλοδέχτηκαν οι γονιοί, τους κέρασαν από το καλό το τσίπουρο, ξερόβηξε ο Πρόεδρος και είπε.
«Αγαπητοί συντοπίτες, είμαστε πολύ περήφανοι που το χωριό μας έβγαλε έναν “επιστήμων”. Μόνο που τελευταία οι χωριανοί μπήκαν σε μεγάλη συλλοή. Τόσα χρόνια περιμένουμε να δούμε μια βοήθεια, πέστε μας τι είναι αυτό, να ξέρουμε και μεις σε τι μας είναι χρήσιμος».
Ο πατέρας έξυσε κανα-δυο φορές το κεφάλι του, σηκώθηκε όρθιος και είπε.
«Να με σχωρνάτε χριστιανοί κι από μένα κρυφό τόχει το παλιοπαίδ" εγώ θα πω αυτό που βλέπω.
Ο κανακάρης μας σπούδασε Λύκος!»
Κοιτάχτηκαν οι προύχοντες, μήπως και ήξερε κανείς, μπα! Τους έπιασε μια ντροπή για την αμορφωσιά τους, αλλά η υπόθεση έπρεπε να ξεδιαλύνει σήμερα, το χωριό περίμενε απάντηση. Έμειναν για λίγο αμίλητοι και τέλος ο παπάς που ήξερε γράμματα και όλα τα θρησκευτικά απ’ έξω, πήρε την ευθύνη να ζητήσει λεπτομέρειες.
«Σχώρνα μας τέκνο μου, αλλά τι επιστήμων είναι ο κ. Λύκος;»
«Τι είναι παπά μ’, θα σε γελάσω. Εκείνο που ξέρω είναι ότι μ’ έφαγε δυο χιλιάδες γίδια μέχρι τα τώρα κι άλλο απ’ αυτό δεν είδαμε. Αυτό είδα, αυτό λέω!
Από τη συλλογή παραμυθιών της Ιωάννας Φωτιάδου, "Τα παραμύθια δεν είναι παίξε γέλασε"
Ετικέτες
Τα παραμύθια δεν είναι παίξε-γέλασε
Κυριακή, Αυγούστου 16, 2009
Το παραμύθι της εβδομάδας.
Με την ευκαιρία του e-mail που λάβαμε για την πρωτοβουλία blogger κατά των μαζικών εμβολιασμών επιδημίας;;; γρίπης.
Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια κοιλάδα που τη λέγανε Ελλάδα (και όχι μόνο), ζούσε λέει, ο κ. Πονηρός που περιδιάβαινε τον τόπο πουλώντας ένα σακκί που κανείς δεν γνώριζε τι είχε μέσα. Το πουλούσε για 10 λίρες, υπονοώντας πως μπορεί να ήταν γεμισμένο με χρυσά νομίσματα. Πολλοί ξεγελάστηκαν και το αγόρασαν, όχι όμως και ο κ. Έξυπνος που όλοι τον περνούσαν για βλάκα.
Αυτός πρότεινε στον κ. Πονηρό να του δείξει πρώτα το περιεχόμενο και θα το αγόραζε 4ο λίρες, ότι και αν ήταν.
Ο κ. Πονηρός σκέφτηκε πως ήταν μια καλή ευκαιρία να βγάλει περισσότερα χρήματα ξεγελώντας τον.
-Ορίστε, του λέει, στο σακκί μου υπάρχει ένα ψόφιο γουρούνι, αλλά δεν ξέρεις, μπορεί στην κοιλιά του να κρύβεται θησαυρός.
-Αν είχες θησαυρό, γιατί να τον κρύψεις στην κοιλιά του γουρουνιού, ρωτάει ο άλλος.
-Πολλά ρωτάς, η συμφωνία είναι συμφωνία, πρέπει να μου δώσεις 4ο λίρες, αλλιώς θα σε πάω στον δικαστή.
-Κι εσύ πρέπει πρώτα να μου δείξεις όσα έχεις στο σακκί, έτσι δεν είπαμε;
Κουβέντα στην κουβέντα, έφτασαν τα λόγια στ' αυτιά του δικαστή που πήγε επί τόπου να λύσει τη διαφορά. Έλα όμως που ο δικατής ήταν κουμπάρος του κ. Πονηρού και πήρε το μέρος του, υποχρεώνοντας τον κ. Έξυπνο να αγοράσει το ψόφιο γουρούνι.
Στο μεταξύ όλο το χωριό είχε μαζευτεί στην αγορά και παρακολουθούσε με ενδιαφέρον να δει τι θα γίνει. Ο κ. Έξυπνος στάθηκε στη μέση της αγοράς και φώναξε.
-Ακούστε δω χωριανοί, αυτοί οι δύο άνθρωποι γίνονται πλούσιοι ξεγελώντας ένα ολόκληρο χωριό, όχι με την εξυπνάδα, αλλά με την πονηριά τους. Όλοι εμείς που δεν είμαστε πονηροί, μα είμαστε έξυπνοι, θα τους αφήσουμε ατιμώρητους;
-Όχι, όχι, φώναξαν, πρέπει να τιμωρηθούν...
Χύμηξαν όλοι μαζί, τσουβάλιασαν τους δυο πονηρούς ανθρώπους, τους πέταξαν στο ποτάμι και ανέθεσαν στον κ. Έξυπνο το αξίωμα του δικαστή.
-Αρκετά μέχρις εδώ, ξαναφώναξαν, πέρασαν οι μέρες των πονηρών, ήταν καιρός να ξυπνήσουν οι έξυπνοι που όλοι τους περνούσαν για βλάκες.
Και εις άλλα με υγεία....
Με την ευκαιρία του e-mail που λάβαμε για την πρωτοβουλία blogger κατά των μαζικών εμβολιασμών επιδημίας;;; γρίπης.
Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια κοιλάδα που τη λέγανε Ελλάδα (και όχι μόνο), ζούσε λέει, ο κ. Πονηρός που περιδιάβαινε τον τόπο πουλώντας ένα σακκί που κανείς δεν γνώριζε τι είχε μέσα. Το πουλούσε για 10 λίρες, υπονοώντας πως μπορεί να ήταν γεμισμένο με χρυσά νομίσματα. Πολλοί ξεγελάστηκαν και το αγόρασαν, όχι όμως και ο κ. Έξυπνος που όλοι τον περνούσαν για βλάκα.
Αυτός πρότεινε στον κ. Πονηρό να του δείξει πρώτα το περιεχόμενο και θα το αγόραζε 4ο λίρες, ότι και αν ήταν.
Ο κ. Πονηρός σκέφτηκε πως ήταν μια καλή ευκαιρία να βγάλει περισσότερα χρήματα ξεγελώντας τον.
-Ορίστε, του λέει, στο σακκί μου υπάρχει ένα ψόφιο γουρούνι, αλλά δεν ξέρεις, μπορεί στην κοιλιά του να κρύβεται θησαυρός.
-Αν είχες θησαυρό, γιατί να τον κρύψεις στην κοιλιά του γουρουνιού, ρωτάει ο άλλος.
-Πολλά ρωτάς, η συμφωνία είναι συμφωνία, πρέπει να μου δώσεις 4ο λίρες, αλλιώς θα σε πάω στον δικαστή.
-Κι εσύ πρέπει πρώτα να μου δείξεις όσα έχεις στο σακκί, έτσι δεν είπαμε;
Κουβέντα στην κουβέντα, έφτασαν τα λόγια στ' αυτιά του δικαστή που πήγε επί τόπου να λύσει τη διαφορά. Έλα όμως που ο δικατής ήταν κουμπάρος του κ. Πονηρού και πήρε το μέρος του, υποχρεώνοντας τον κ. Έξυπνο να αγοράσει το ψόφιο γουρούνι.
Στο μεταξύ όλο το χωριό είχε μαζευτεί στην αγορά και παρακολουθούσε με ενδιαφέρον να δει τι θα γίνει. Ο κ. Έξυπνος στάθηκε στη μέση της αγοράς και φώναξε.
-Ακούστε δω χωριανοί, αυτοί οι δύο άνθρωποι γίνονται πλούσιοι ξεγελώντας ένα ολόκληρο χωριό, όχι με την εξυπνάδα, αλλά με την πονηριά τους. Όλοι εμείς που δεν είμαστε πονηροί, μα είμαστε έξυπνοι, θα τους αφήσουμε ατιμώρητους;
-Όχι, όχι, φώναξαν, πρέπει να τιμωρηθούν...
Χύμηξαν όλοι μαζί, τσουβάλιασαν τους δυο πονηρούς ανθρώπους, τους πέταξαν στο ποτάμι και ανέθεσαν στον κ. Έξυπνο το αξίωμα του δικαστή.
-Αρκετά μέχρις εδώ, ξαναφώναξαν, πέρασαν οι μέρες των πονηρών, ήταν καιρός να ξυπνήσουν οι έξυπνοι που όλοι τους περνούσαν για βλάκες.
Και εις άλλα με υγεία....
Ετικέτες
Τα παραμύθια δεν είναι παίξε-γέλασε
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
