Παρασκευή, Ιουνίου 17, 2011

Τσιλιμπουρδίσματα-Tsiliburdismata



                     
Ω, τι κόσμος μπαμπά, μαμά, καλή μου φίλη Μαίρη…
Εσύ πατέρα τι θα έκανες, αν η καλύτερη φίλη της γυναίκας σου, σε έκανε τσακωτό με νεαρά μπογιατισμένη πλατινέ, με δωδεκάποντη γόβα και φουστίτσα κοντή και φουντωτή, σε σκηνή που ουδεμία αμφιβολία άφηνε περί του είδους της σχέσης;
Κι εσύ μαμά, τι θα έκανες, αν έκανες τσακωτό τον σύζυγο της καλύτερής σου φίλης με κάποια της ως άνω περιγραφής, σε παρόμοια σκηνή;
Κι εσύ καλή μου φίλη Μαίρη τι θα έκανες, αν τσάκωνες τον δικό μου σε ταβέρνα παραλίας να κάθονται κολλητά, να ταϊζει ο ένας την άλλη και αντιστρόφως και να μοιράζονται τη μπουκιά, στόμα με στόμα;
Εσύ μπαμπά (υποθετικά μιλάω, μη θυμώνεις) θα προσπαθούσες τουλάχιστον να με βρεις, να μου πεις μια κουβέντα, να δικαιολογηθείς έστω, να με παρακαλέσεις στην ανάγκη να κρατήσω το στόμα μου κλειστό.
Εσύ μαμά, είμαι σίγουρη πως θα εφάρμοζες το βλέπε, άκου, σιώπα.
Εσύ καλή μου Μαίρη, νομίζω θα μου το έλεγες για να με προστατέψεις.
Ο ακατανόμαστος δεν έκανε ουδεμία κίνηση.
Εγώ επίσης. Κάνεις την πάπια στα tsiliburdismata ή κάνεις το παπαγαλάκι στα τσιλιμπουρδίσματα.. Κανένα από τα δύο δεν είναι της αρεσκείας μου. Μπρός γκρεμός και πίσω ρέμα.
Προς το παρόν αναθεματίζω την ώρα που βρέθηκα για πρώτη φορά στην ίδια ταβέρνα και όχι κατ’ επιλογήν, ως καλεσμένη ξένης οικογένειας.
Αυτό το ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιο, είναι καλό τώρα ή κακό;


Τετάρτη, Ιουνίου 15, 2011

Πού πάτε κύριε;

                         

Πού πάτε κύριε;   Βουρ για κατάλυση ιδεολογίας, ανθρωπιάς, για ξεπούλημα;
Πώς μας περνάτε; Στη δημοκρατία μαζί, στην εξουσία χώρια; Στις υποχρεώσεις εμείς, στα δικαιώματα εσείς;
Έχετε ακούσει το "φωνή λαού- οργή θεού;"
Γιατί γελάτε με των άλλων την καρδιά; Γελάει καλά όποιος γελάει τελευταίος, αλλά εμείς ευχόμαστε να γελάμε μαζί.
Πού πάτε κύριε και δεν μας παίρνετε κι εμάς στα σοβαρά; Λάθος κύριε, είστε λίγοι και είμαστε πολλοί, υπολογίστε μας.
Πώς μας περνάτε; Ποιος σας δίδαξε πως οι καρέκλες σας έχουν ψυχή και ο λαός όχι;
Συγνώμη κύριε, πάρτε το αλλιώς…
Χρειαζόμαστε όλοι, ο ένας τον άλλον, ας πιαστούμε από τα χέρια...
Ευθύνη και ψυχραιμία...

Πέμπτη, Μαΐου 26, 2011

Όπως κάποτε...


             
Ήταν όπως κάποτε.
Σαν βόλτα στην πλατεία μικροί μεγάλοι, ένα χρωματιστό πλήθος, μάτια που έψαχναν γύρω να συναντήσουν παλιούς φίλους λάμποντας από προσμονή, αισιοδοξία, ελπίδα. Αγκαλιές και κάποιο δάκρυ να κυλά, κρίμα που χάθηκαν τόσο καιρό κλεισμένοι ο καθένας σε άλλο κόσμο, σε έναν κόσμο αγωνίας και ανταγωνισμού με κέρδος τη ματαιότητα.
Αλλάζουν οι καιροί, καινούργιες άγνωστες και αμφίβολες συνθήκες, ζωή χωρίς ποιότητα, υποσχόμενη μόνον τρομακτικές αλλαγές.
Είναι καιρός να σηκώσουν  την κατάσταση στους ώμους τους, την κατάσταση που εξαπατημένοι είχαν τόσα χρόνια εμπιστευθεί σε επίορκους.
Είναι ακριβώς τώρα ο καιρός και ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα της ειρηνικής διαμαρτυρίας, στην ανάγκη να δώσουν το παρόν, να φωνάξουν πως είναι άνθρωποι, δεν είναι res, δεν είναι αριθμοί, δεν είναι αντικείμενα κερδοσκοπίας, ούτε δείκτες στα ταμπλώ διεθνών χρηματιστηρίων, δεν είναι στρατιώτες και τρελοί στη σκακιέρα κανενός.
Είναι πύργοι, προπύργια των αξιών τους και βασιλιάδες του εαυτού τους.
Παρέες σχηματίζονταν, πλήθαιναν και αραίωναν να προλάβουν όλοι, να σφίξουν στην αγκαλιά τους όλους.  Ιδέες έπεσαν στις ανασκαμμένες πέτρες της πλατείας που πάνω τους ακούμπησαν, να συναντιούνται συχνά με ένα κρασί και ένα τραγούδι, να σχεδιάζουν και να ονειρεύονται, ιδέες για δράση και αντίσταση κατά του παραλογισμού, κουβέντες για την αναβίωση της ανθρώπινης λογικής.
Αποχωρώντας το βράδυ αργά, συνοδευόμενοι από το συναίσθημα που είχε χρόνια να φουντώσει, έδωσαν υπόσχεση πως θα συνεχίσουν όσο χρειαστεί, δε θα υποκύψουν σε απάνθρωπες απαιτήσεις και πρακτικές του διαίρει και βασίλευε. 
Όπως κάποτε…

Κυριακή, Μαΐου 22, 2011

Οι "αδύναμοι ισχυροί"

                                   



Τελικά ποιος είναι ο πιο δυνατός;
Οι λεγόμενοι “ισχυροί” που έχουν συσσωρεύσει το χρήμα του πλανήτη (διακόσιοι είναι λέει), οι οργανισμοί που έπονται (χίλιοι εξακόσιοι όλοι κι όλοι), ο άλλος που ασκεί εξουσία, ο τρίτος που ανήκει σε οργανώσεις φανερές, μυστικές ή μυστικιστικές, οι εστεμμένοι και συνακόλουθοι, οι έχοντες (και κατέχοντες) μεγάλη οικονομική άνεση;
Μήπως η μεσαία τάξη, οι εργαζόμενοι, οι clochard, τα πετεινά του ουρανού;
Η ιστορία είναι γεμάτη από μηχανορραφίες, δολοπλοκίες, δολοφονίες, εξεγέρσεις, ανατροπές, αλλά και βιολογικές και φυσικές καταστροφές.
Συμπέρασμα.  Μη νιώσεις ποτέ πως είσαι ισχυρός, πάντα θα υπάρχει κάποιος ισχυρότερος.
(προσοχή, μη γελάσει κανείς με το παράδειγμα του πρόσφατα φαγωμένου και διαπομπευμένου πρώην “ισχυρού”).
Παρηγοριά μου στο παραπάνω ερώτημα και στη δική μου θεωρία του “αδύναμου ισχυρού”, είναι να φαγωθούν μεταξύ τους στον αέναο αγώνα να κερδίσουν "δύναμη;", μήπως και κερδίσουν οι λαοί ειρήνη και γαλήνη.
.

Παρασκευή, Μαΐου 13, 2011

Το δάκρυ μας...





... για τα θύματα της πολιτικής και κοινωνικής αποσύνθεσης...




... έσταξε εκεί όπου είχαμε φυτέψει ένα λουλούδι.



Σάββατο, Απριλίου 30, 2011

Ωσάν την ωραία Κοιμωμένη...





Ο κόσμος γύρισε ανάποδα κι εμείς τον ύπνο της όμορφης...
που τρυπήθηκε με το αδράχτι και κοιμήθηκε χρόνους εκατό...
Φοβάμαι μην είν' αργά σαν μας ξυπνήσει το φιλί του πρίγκιπα...

Καλή διεκδικητική (ζωής) Πρωτομαγιά!

Τετάρτη, Απριλίου 13, 2011

Το γλυκό του κουταλιού...












Τα αχλαδάκια κερασμένα στη ρομαντική Ρεγγίνα που τα είχε πεθυμήσει από την προηγούμενη πικρή ανάρτηση.
(Αν δεν τα φάει όλα, δοκιμάστε κι εσείς και αν δε φτάσουν, φέρνω το τσουκάλι...)


Τότε που η φύση κάρπιζε και φούντωνε, τότε που ο πλανήτης έλαμπε σαν το νερό της πηγής, τότε που οι άνθρωποι ήταν ευτυχισμένοι και ευγνώμονες, βρέθηκαν κάτω από μια μεγάλη αχλαδιά μαζί και χώρια, μια νεράιδα και ένα παλικάρι.
Το παλικάρι  έγειρε στον ίσκιο της να πάρει μιαν ανάσα, το είδε η νεράιδα και πέταξε ως εκεί να του κάνει συντροφιά. 
Τα παλικάρι θαμπώθηκε από την ομορφιά της, ξέχασε τη δουλειά του και έμεινε να τη θαυμάζει.
Έτσι πέρασε η μέρα, έπεσε η νύχτα και το νεραϊδοκόριτσο έφυγε για τη χώρα του, εκεί που ποτέ δε νυχτώνει και ο νέος γύρισε στο σπίτι του να ονειρευτεί τη μαγεία που είχε ζήσει. 
Την άλλη μέρα και την ώρα που ο ήλιος ανεβαίνει στο πιο ψηλό τ’ ουρανού, ο νέος ξάπλωσε και πάλι στη μεγάλη αχλαδιά, ποθώντας η ψυχή του να ξαναδεί τη θεσπέσια νεράιδα. 
Την ίδια στιγμή μια μεθυστική μυρωδιά απλώθηκε γύρω, ένα δροσερό αγέρι φύσηξε και το νεραϊδοκόριτσο βρέθηκε στο πλάι τ’ αγοριού.
Από τότε, κάθε μεσημέρι το ίδιο γίνονταν και ο νέος ήταν πολύ, μα πολύ ευτυχισμένος. Ζούσε μόνο για την ώρα του μεσημεριού που οι δυο τους γεύονταν τους καρπούς της αχλαδιάς και απολάμβαναν τον ίσκιο της.
Κάποια μέρα ο πόθος τον έκανε ν’ απλώσει το χέρι του να τη χαϊδέψει, μα εκείνη αγέρας γίνηκε και ξέφυγε. Το παλικάρι μελαγχόλησε, και η μελαγχολία έγινε πόνος και ο πόνος τρυπούσε την καρδιά. 
Η νεράιδα το πρόσεξε και τον ρώτησε μια μέρα.
«Γιατί το πρόσωπό σου είναι σκυθρωπό, δεν είσαι πια ευτυχισμένος;»
«Δε με αφήνεις να σε αγγίξω, φοβάμαι πως κάποια μέρα θα μου φύγεις».
«Δε γίνεται ν' αγγίξεις μια νεράιδα, εμείς πετάμε εδώ, πετάμε εκεί, χαρίζουμε την ομορφιά, αλλά ζούμε σαν οπτασίες και όχι σαν αληθινές γυναίκες».
«Μακάρι να ήσουν γυναίκα» είπε ο νέος με αναστεναγμό.
«Υπάρχει ένας τρόπος, αλλά μόνον αν με αγαπήσεις πολύ και κάνεις για μένα κάτι που δεν έχει ξανακάνει άνθρωπος, να, σα να λέμε, να έφτιαχνες τα αχλάδια πιο νόστιμα απ’ όσο τα έχει γεννήσει η φύση», απάντησε η νεράιδα που κι εκείνης η καρδιά έκρυβε την αγάπη.
Ο νέος σα γύρισε στο σπίτι του το βράδυ, δεν έπεσε να κοιμηθεί, πώς ήταν δυνατόν να φτιάξει κάποιος, κάτι πιο νόστιμο απ’ ότι το έκανε η φύση; 
Κάθισε σε μια γωνιά της αυλής και σκεφτόταν, σκεφτόταν, μέχρι που τ’ αστέρια έσβησαν.
Πριν ανατείλει ο ήλιος, κάτι του ήρθε στο μυαλό, έτρεξε μέχρι το χωράφι, μάζεψε τους νόστιμους καρπούς  της αχλαδιάς, αγριόμελο από τη μεγάλη φτελιά-φωλιά ενός από τα σμήνη μελισσών που κατοικούσαν στο κοντινό δάσος και γύρισε βιαστικά να προλάβει να ετοιμάσει εκείνο που φαντάστηκε, πριν από το μεσημέρι...
Στο σπίτι, έπλυνε τα μικρά αχλάδια, έβαλε το μέλι και λίγο νερό να βράσει στο τσουκάλι, έριξε τα φρούτα μαζί με μυρωδικά που μάζεψε από τον κήπο και περίμενε…
Πέρασε λίγη ώρα και μοσχομύρισε ο τόπος, το μέλι έκανε φουσκάλες και λούστηκε με το χυμό των αχλαδιών κι εκείνα  ρούφηξαν τη γλύκα του μελιού, ήρθαν και γυάλισαν και  μαλάκωσαν… 
Το παλικάρι τράβηξε με το κουτάλι από το τσουκάλι ένα αχλαδάκι, το δοκίμασε και το πρόσωπό του έλαμψε και το στόμα του γλύκανε και το μέσα του αναγεννήθηκε.
Αυτό ήταν. Είχε ανακαλύψει τον τρόπο να κάνει πιο νόστιμα, τα νόστιμα φρούτα.
Σκέφτηκε πως το δικό του νεραϊδοκόριτσο θα δοκίμαζε κάτι που ετοίμασε ο ίδιος μόνο για κείνη, κάτι που κανείς άλλος δεν είχε σκεφτεί. Σκέφτηκε ακόμα, πως έπρεπε να δώσει ένα όνομα στην αλχημεία του, να την ονόμαζε “νεράιδα” , να την ονόμαζε “έρωτα”, να την έλεγε “ονειρεμένο αχλαδάκι”… 
Ξαφνικά του ήρθε στο μυαλό η γλύκα του μελιού και το κουταλάκι του και φώναξε.
«Το βρήκα, γλυκό του κουταλιού θα το πω και είμαι σίγουρος πως όλοι οι χωριανοί θα είναι πολύ περίεργοι να μάθουν τι σημαίνει αυτό το περίεργο όνομα»
Στο μεταξύ το μεσημέρι είχε φτάσει και ο νέος έτρεξε να συναντήσει τη νεράιδα του, κρατώντας το τσουκάλι με το γλυκό.
Σαν έφτασε, της πρόσφερε το γλυκό αχλάδι. 
Το νεραϊδοκόριτσο στην αρχή το γεύτηκε διστακτικά, μετά το έφαγε με λαχτάρα, ζήτησε περισσότερο και τρώγοντας έγινε πιο όμορφο, γλυκό κι ολόγλυκο, η καρδιά του χτύπησε ερωτικά, κοίταξε το αγόρι και μίλησε τρυφερά.
«Τώρα μπορείς να με αγγίξεις, δεν είμαι πια νεράιδα, έγινα γυναίκα αληθινή χάρη σε σένα που με ξετρέλανες με αυτό το μαγικό βοτάνι. Έκανες κάτι τόσο δύσκολο και άλλο τόσο υπέροχο για μένα.
Ξέρω πως το έκανες από αγάπη και για την αγάπη μόνο».
Από τότε, οι νεράιδες τρέφονται με γλυκά του κουταλιού, το ίδιο και οι κοπέλες που θέλουν να είναι τόσο όμορφες, όσο οι νεράιδες...