Τετάρτη, Δεκεμβρίου 30, 2009

Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2009
Aς αφήσουμε τη μιζέρια μας στο χρόνο που πέρασε και ας αρνηθούμε το «γκρίζο» στο χρόνο που έρχεται. Δεν είναι δύσκολο..Αρκεί μόνο να αναλάβουμε ως πολίτες τις ευθύνες μας..

Σε ελάχιστες ώρες το 2009 παραδίδει τη σκυτάλη του στο νέο χρόνο μαζί με όλα όσα κληροδοτεί για την επόμενη μέρα. Την επόμενη μέρα μας. Είμαστε ένας λαός που λατρεύει τα ορόσημα αλλά αρνείται την αυτοκριτική. Ένας λαός που αρέσκεται σε ευχολόγια και υποσχέσεις, που δείχνει να αγνοεί τη διάκριση ανάμεσα στο σοβαρό από το σοβαροφανές, που πάνω απ όλα αρνείται το προφανές· να αντιμετωπίσει την παθογένεια του. Θεωρούμε μοναδικό χρέος μας προς τη χώρα ή το κράτος το ότι απλά ψηφίζουμε αγνοώντας το ότι εμείς είμαστε η χώρα και το κράτος, οι καθημερινές μας πράξεις και παραλήψεις. Εκλέγουμε για να μας εκπροσωπήσουν πρόσωπα που ποτέ δε θα εμπιστευόμασταν στη δουλεία μας με μόνο κριτήριο την αναγνωρισιμότητα τους ή την εξυπηρέτηση αναξιοκρατικών αιτημάτων μας. Έχουμε παραδώσει τη μόρφωση, την ενημέρωση και τη διαπαιδαγώγηση μας στον πλασματικό κόσμο της TV και του κάθε τυχάρπαστου τυχοδιώκτη. Έχουμε αναγάγει την ηθική και την τιμιότητα ως προσόντα και όχι ως προ απαιτούμενα. Έχουμε χάσει το μέτρο και ζούμε τα αποτελέσματα της κοινωνικής παρακμής μας. Το νέο έτος μας υπόσχεται μιζέρια, κρίση και ανασφάλεια γιατί εμείς οι ίδιοι δημιουργήσαμε αυτό το τοπίο. Γιατί έτσι μας έμαθαν αυτοί που το κάνουν μαύρο. Γιατί έχουμε παραδώσει τα κλειδιά σε όλους αυτούς που δε θα καλούσαμε σπίτι μας για να αλλάξουμε το χρόνο. Δε χρειάζονται θαύματα. Αν κάνουμε την αυτοκριτική μας, αν αλλάξουμε τις μικρές κακές καθημερινές μας συνήθειες που δυσκολεύουν τη ζωή του διπλανού μας και κατά συνέπεια και τη δική μας, αν δείξουμε πως η «αγέλη» σκέφτεται και πράττει, αν ζητήσουμε τη χαμένη αισθητική στη ζωή μας, και πάνω απ όλα, αν ξαναανακαλύψουμε πως τα “θέλω” μας είναι προαπαιτούμενα και όχι ευχολόγια, τότε η νέα μέρα, ο νέος χρόνος, το αύριο που ξημερώνει θα μας δώσει ελπίδα. Αφού μας αρέσουν τα ορόσημα.. ας αφήσουμε τη μιζέρια μας στο χρόνο που πέρασε και ας αρνηθούμε το «γκρίζο» στο χρόνο που έρχεται. Δεν είναι δύσκολο..Αρκεί μόνο να αναλάβουμε ως πολίτες τις ευθύνες μας..

Μου άρεσε και το δημοσιεύω

Αναρτήθηκε από Αντίλογος στις 1:13 μ.μ. 3 σχόλια

Σάββατο, Δεκεμβρίου 26, 2009

Oι Μάγοι με τα Δώρα...


… και οδηγούμενοι από άστρο φωτεινό προσέφεραν στο νεογέννητο τα Τίμια Δώρα, σμύρνα, λιβάνι και χρυσό…

Σαν ιστορία μακρινή, σαν παραμύθι που μας μεταφέρει στη μαγευτική Βηθλεέμ να γίνουμε αυτόπτες μάρτυρες της Γέννησης, να συμπαρασταθούμε στη Μαρία και τον Ιωσήφ, να αποστραφούμε τον Ηρώδη, να βρεθούμε στην ίδια σπηλιά με τους μάγους να προσκυνήσουμε τον Μεσσία της αγάπης και της Ειρήνης…
... και τότε ο κόσμος ταξίδευε και τότε πολεμούσε, γεννούσε και ήλπιζε, το καλό και το κακό οντότητες αντίθετες και αιωνίως συμπορευόμενες, αέναη πάλη για τον επικρατέστερο και κάπως έτσι φτάσαμε στο σήμερα.
Οι σημερινοί Μάγοι δε λέγονται Γάσπαρ Βαλτάσαρ, Μελχιόρ, έχουν ίσως βαφτιστεί ΗΠΑ Κίνα και Ε.Ε, κατάγονται από τη νέα τάξη πραγμάτων, δεν προσφέρουν τίμια δώρα, μόνο επισκέπτονται τα νεογέννητα για να αρπάξουν όσα άφησαν στην κούνια οι συγγενείς
Οι δικοί μας Μάγοι στριμώχνονται στις συνόδους κορυφής, διαμένουν σε πολυτελή καταλύματα τρώγοντας και πίνοντας το αίμα των πληβείων, δίνουν μάχες επί χάρτου με πρόσχημα το καλό της ανθρωπότητας, στην πραγματικότητα εξαγοράζοντας και το καλό και το κακό, θυσία και τα δύο στον βωμό του πλούτου..
Καλύπτουν τον σύγχρονο Ηρώδη που σήμερα ονομάζεται ανεργία, εξαθλίωση, ρύπανση και μόλυνση και κλιματολογική καταστροφή και το μόνο που δίνουν είναι η συναίνεση να εξολοθρεύσει όσους περισσότερους μπορεί.
Ο Μεσσίας της αγάπης και της ειρήνης δεν βρίσκει τόπο να σταθεί και κείνο το σπήλαιο που γεννήθηκε έχει καταστραφεί από τα σύγχρονα όπλα και τρόπος δεν υπάρχει να κρυφτεί, ο Μεγάλος Αδελφός βρίσκεται παντού, έτοιμος να τον προδώσει και να τον κατατροπώσει.

Κι εμείς… εμείς φτωχοί βοσκοί γύρω από τη φάτνη προσκυνούμε και ελπίζουμε πως κάποια Χριστούγεννα ως εκ θαύματος οι δικοί μας Μάγοι θα καταληφθούν από το πνεύμα του καλού και θα επιτρέψουν στον Μεσσία να επισκεφθεί τις καρδιές τους…


Παρασκευή, Δεκεμβρίου 18, 2009

Ένα χελιδόνι τα Χριστούγεννα...


Κάπου στη γη, υπάρχει μια μικρή πόλη που οι κάτοικοί τους αγαπούν πολύ τα έλατα.
Για το λόγο αυτό η πόλη ονομάζεται Ελατούπολη.
Στην άκρη της Ελατούπολης, βρίσκεται από τα πολύ παλιά χρόνια ένα μικρό δάσος με έλατα.
Οι άνθρωποι της πόλης το αγαπούν και το φροντίζουν τόσο πολύ που το δάσος κάθε χρόνο που περνάει γίνεται όλο και πιο όμορφο.

Κάθε Χριστούγεννα, όλα τα σπίτια της Ελατούπολης στολίζονται με έλατα που παίρνουν από το δάσος, και το λέμε αυτό γιατί τα δικά τους δέντρα έχουν κάτι μοναδικό και ξεχωριστό.
Ενώ τα έλατα όλου του κόσμου πετιούνται μετά τις γιορτές, τα δικά τους, ξαναφυτεύονται και περιμένουν την επόμενη χρονιά για να ξαναστολιστούν.
Και δε φτάνει αυτό, γίνεται και κάτι άλλο πολύ πιο παράξενο στην Ελατούπολη τα Χριστούγεννα. Μαζί με τα έλατα που παίρνουν στα σπίτια τους οι κάτοικοι, έρχονται και όλα τα ζωάκια που ζουν ανάμεσά τους....

Η αυνέχεια στο http://www.alataki3.blogspot.com/



Δευτέρα, Δεκεμβρίου 14, 2009

To παιδί που βρήκε ένα αστέρι...


Χριστουγεννιάτικο παραμύθι




Η νύχτα που βρέθηκε ο μικρός Άμπεν στο δάσος, ήταν η πιο παγωμένη νύχτα του χειμώνα.

Tα δέντρα και οι θάμνοι φαίνονται κρυστάλλινα από την παγωνιά.
Το χώμα έχει μια στρώση από άσπρη αφράτο χιόνι.

Όλα είναι τόσο όμορφα που μοιάζουνν μαγικά.
Μα είναι στ’ αλήθεια μαγικά, γιατί αυτή η νύχτα είναι μαγεμένη.
Μοιάζουν έτσι γιατί απόψε είναι νύχτα Χριστουγέννων.
Ο Άμπεν είναι μόνος αυτή τη νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη σε ένα παγωμένο δάσος, κρυώνει και φοβάται.
Κάνει μια βόλτα γύρω από το μεγάλο δέντρο, μήπως και βρει κάπου να τρυπώσει.
Διαλέγει μια γωνιά, και κάθεται να ξεκουραστεί....

Η συνέχεια του παραμυθιού στο www.alataki3.blogspot.com

Σάββατο, Δεκεμβρίου 12, 2009

Ήταν κάποτε μοιραία...


Τα πράσινα παπούτσια και μάλιστα σε έντονο κυπαρισί, ήταν εκείνα που τράβηξαν πρώτα το βλέμμα του.
Ύστερα πρόσεξε τα κόκκινα της φωτιάς νύχια που ξετρύπωναν από τις ανοιχτές μύτες των παπουτσιών. Τα νύχια που ήταν οι απολήξεις τριών δακτύλων σε σχήμα S, δεν του άρεσαν και πολύ αλλά ας είναι, σκέφτηκε.
Το μάτι του σύρθηκε γρήγορα προς τα πάνω. Το άσπρο παντελόνι ήταν στενό, τα οπίσθια πλούσια και με τη βαρύτητα να έχει αποδείξει τη φυσική της ιδιότητα, δεν ήταν και το καλύτερο περιεχόμενο για το παντελόνι.
Ύστερα κοίταξε το μπούστο. Το κολλητό μπλουζάκι με το μεγάλο ντεκολτέ, έκανε φιλότιμες προσπάθειες να κρύψει τις σούρες του δέρματος, πλην όμως η κάτοχος είχε κάνει τις ίδιες προσπάθειες να αναδείξει τα πάλαι ποτέ πλούσια ελέη.
Το κεφάλι ήταν το καλύτερο κομμάτι. Χαραγμένο πρόσωπο και στόμα μεν, νόστιμο δε.
Το μαλλί ήταν όντως χάρμα. Άθικτο, πλούσιο, σπαστό, γυαλιστερό και κοκκινωπό.

Η συνέχεια στο www.alataki2.blogspot.com



Τετάρτη, Δεκεμβρίου 09, 2009

Mια Χριστουγεννιάτικη νύχτα ήταν δυο χιονονιφάδες...

χριστουγεννιάτικο παραμύθι

Στο ροζ σπιτάκι της γωνίας ζει ένα κοριτσάκι με το παράξενο όνομα Δροσοσταλίτσα...
Η Δροσοσταλίτσα αν και είναι υπναρού απόψε ξύπνησε μέσα στη νύχτα...
Είναι νύχτα χριστουγέννων, νύχτα μαγική...

Το παραμύθι στο http://www.alataki3.blogspot.com/


Κυριακή, Δεκεμβρίου 06, 2009

Σε έναν αλλιώτικο Αη-Βασίλη


Aη Βασίλη μου σε χαιρετώ και σε καλωσορίζω και τούτα τα Χριστούγεννα στον κόσμο μου και στην καρδιά μου.
Όχι, μην τρομάζεις, δεν θα σου ζητήσω ακριβά δώρα ούτε ταξίδια και άλλα παρόμοια, άλλωστε και τα προηγούμενα χρόνια που σου τα ζήτησα δεν είδα να μου τα φέρνεις, γιατί να κουραζόμαστε με τα ίδια και τα ίδια;
Ναι, ναι καταλαβαίνω έχεις δίκιο, μας βαρέθηκες κι εμάς τους ανθρώπους, όλο ζητάμε και δε λέμε να δώσουμε κατιτίς στον διπλανό μας, ποιον διπλανό μας δηλαδή, εδώ δε δίνουμε νερό στον άγγελό μας.
Φέτος έχω μεγαλώσει Αη Βασίλη μου, το κατάλαβα από την όρεξη που μου κόπηκε για τα δωράκια σου, αλλά συγνώμη κιόλας, μήπως μπορώ να ζητήσω κάτι αλλιώτικο;

Χωρίς παρεξήγηση καλέ μου παππούλη, έχω διαπιστώσει πως βαριέσαι να διαβάσεις όλα τα γράμματα, ή μάλλον προτιμάς να διαβάζεις τα γράμματα των ίδιων αλληλογράφων σου κάθε χρόνο. Πώς αλλιώς να εξηγήσω ότι στον κυρ Βαγγέλη δεν έφερες το σπιτάκι που σου ζητάει εδώ και χρόνια για τα τέσσερα παιδάκια του, ενώ στον κύριο Αρίστο φέρνεις κάθε χρόνο και από ένα σπιτάκι-διαμερισματάρα και ας έχει ένα παιδάκι;
Και γιατί στη δεσποινίδα Καλλιόπη δεν έχεις κάνει δώρο ούτε έναν γαμπρό, τη στιγμή που στην κυρία Λιλίκα έστειλες τρεις και άλλους τρεις από το παράθυρο, τι γράμματα σου γράφει τέλος πάντων αυτή; Τα mail που σου στέλνει το παλικάρι στη γωνία που δουλεύει από το πρωί μέχρι τις δώδεκα τη νύχτα, πάνε τρία χρόνια τώρα και σου ζητά μια δουλειά με ένσημα, τι έγιναν, τα διέγραψες κατά λάθος μήπως;
Με το συμπάθειο δηλαδή, αλλά πώς έγινε και στον τεμπέλη το γιο της κυρά Βάσως έφερες δουλειά στο δημόσιο και τώρα κάθεται σε τρεις καρέκλες μαζί… (παρεμπιπτόντως αυτό το δημόσιο τέτοιους σου ζητάει να του φέρεις;)
Να μην ξεχάσω να σου πω για κείνους που άδειασαν τα ταμεία και τώρα τα γεμίζουν με τις συντάξεις, να έχεις το νου σου μη σου ζητήσουν και την ψυχή του κοσμάκη και τους τη δώσεις…
Και μια που τα λέμε και δεν έχεις αντίρρηση, το λίφτιγκ που παράγγειλε πέρσι και πρόπερσι η Αγορίτσα που έχει κρεμάσει το μούτρο της σαν φούστα πλισέ στο μανταλάκι, δεν της το έστειλες ακόμη, ή μήπως λάθεψες και έστειλες τέσσερα μαζί σε κείνη την αγγούρω την ξανθιά;

Το αλλιώτικο που σου ζητάω φέτος Αη-Βασίλη των παιδικών μου χρόνων που ακόμα σε συναντώ στα όνειρά μου, είναι να διαβάζεις όλα ανεξαιρέτως τα γράμματα και όλα τα μηνύματα και καλά το λίφτ της Αγορίτσας, μου ξέφυγε πάνω στη φόρα, αλλά σ’ εκείνα τα παιδιά που λιμοκτονούν μην ξεχάσεις να χαρίσεις ένα κομμάτι ψωμί, στα άλλα που κακοποιούνται να φέρεις τη γαλήνη και θυμήσου οπωσδήποτε φέτος να πάρεις μαζί σου την Ειρήνη …



Δευτέρα, Νοεμβρίου 30, 2009

Μια νύχτα για τη Σάσα


Η Σάσα είναι άτομο αισιόδοξο.

Έχει θετική σκέψη και αυτοπεποίθηση ισχυρή.
Τόσο ισχυρή ώστε παρομοιάζει το μπόι της 1.55, με το ακριβό μπουκάλι πανάκριβου αρώματος, όπως λέμε το ακριβό άρωμα σε μικρό μπουκάλι, το περπάτημά της -χήνα κουνιστή- με το λίκνισμα θεσπέσιας γαζέλας, το σαρκίο της σαν ένα γλυκό κατακόκκινο γλυφιτζούρι, τα στραβά μικρά της χεράκια σαν κρινοδάχτυλα, τον πλακουτσωτό της ποπό με σφιχτά φρατζολάκια φρεσκοψημένου ψωμιού.
Ντύνεται και ανάλογα, δηλαδή κατά πως βλέπει τον εαυτό της.
Με κολλητά παντελόνια και γόβες στιλέτο, φορά καπέλα, με προτίμηση σε κείνα με τα φαρδιά μπορ, μεγάλα δαχτυλίδια, άσχετο που γίνονται ένα με το δάχτυλο, καμαρώνει τον εαυτό της στον καθρέφτη και τον φτύνει μην τον ματιάσει.
Η Σάσα έχει και αδυναμίες. Πιο σωστά έχει αδυναμία στον νεαρό αντρικό πληθυσμό, κοινώς τεκνά και για να μην πάει χαμένη η γοητεία της, έχει αποφασίσει να κάνει συλλογή με όσα εύρισκε διαθέσιμα.
Εδώ που τα λέμε αφού το έχει καταφέρει με συζύγους γιατί όχι και με τα εν λόγω, μόνο που τον εραστή δεν τον ήθελε, φυσιογνωμικά τουλάχιστον σαν τους συζύγους και δη σαν τον τωρινό τον τρίτο, αλλά δεν έχει σημασία.
Ούτως εχόντων των πραγμάτων, εκείνο το καλοκαίρι αποφάσισε να κάνει τις διακοπές της κάπου μακριά, σε μια πόλη ονειρική, σε μια πόλη με κατοίκους θερμούς εραστές.
Ας πούμε στο Τολέδο.
.................................

Η συνέχεια σto http://alataki2.blogspot.com/

Σάββατο, Νοεμβρίου 28, 2009

Ο Φαταούλας και ο Νηστικός


Μια φορά κι έναν καιρό, κάποτε και τώρα, ζούσαν στο ίδιο χωριό δίπλα - δίπλα δυο άνθρωποι ίδιοι αλλά και διαφορετικοί.
Ήταν ίδιοι γιατί όλοι οι άνθρωποι χρειάζονται τα ίδια για να ζήσουν και ήταν διαφορετικοί γιατί ο ένας έτρωγε πολύ και ήταν χοντρός, ενώ ο άλλος δεν είχε να φάει και ήταν αδύνατος.
Τον χοντρό άνθρωπο τον έλεγαν Φαταούλα και τον αδύνατο Νηστικό.
Ο Φαταούλας κάθε πρωί που ξυπνούσε, έστρωνε τραπέζι με όσα καλούδια είχε και έτρωγε μέχρι που του κοβόταν η ανάσα.
Μόλις απότρωγε, έτρεχε να ψωνίσει, γυρνούσε στο σπίτι, ξαναέστρωνε τραπέζι και το έριχνε πάλι στο φαγοπότι.
Με λίγα λόγια ο Φαταούλας όλη μέρα δυο δουλειές έκανε. Έτρωγε και γέμιζε τ' αμπάρια του.

Ολόκληρο το παραμύθι στο www.alataki3.blogspot.com




Κυριακή, Νοεμβρίου 22, 2009

Ο άνθρωπος που ήθελε να πάει στον Παράδεισο


Τα παλιά τα χρόνια ζούσε στη χώρα μου ένας άνθρωπος που διέφερε λίγο από τους άλλους.
Από μικρό παιδί είχε βάλει έναν σκοπό στη ζωή του.
Να πάει στον Παράδεισο!
Σα μεγάλωσε, ένα πρωί χαιρετάει μάνα, πατέρα και αδέλφια και φεύγει από το σπίτι.
Περπάτησε, περπάτησε με ήλιο και βροχή, σε κάθε χωριό που βρίσκονταν στο δρόμο του σταματούσε και ρωτούσε.
“Ξέρει κανείς το δρόμο που πάει στον Παράδεισο;”
Στρίψε αριστερά του έλεγε ο ένας, στρίψε δυο φορές δεξιά και θα πέσεις πάνω του, έλεγε ο δεύτερος.
Ρώτησε πολλούς και έκανε ότι του έλεγε ο καθένας, αλλά Παράδεισο δεν εύρισκε.
Πέρασαν μήνες και μήνες, πέρασαν χρόνια και κάποια μέρα σκέφτηκε να πάει να συναντήσει τους σοφούς δασκάλους που ζούσαν στην πρωτεύουσα.
Οι σοφοί όμως ήταν πολλοί και ο άνθρωπος αποφάσισε να τους πάρει με τη σειρά, ξεκινώντας από τον μικρότερο.
“Για να βρεις το δρόμο προς Παράδεισο, του λέει εκείνος, πρέπει πρώτα να βοηθήσεις πολλούς φτωχούς”.
“Μα εγώ δεν είμαι πλούσιος”, κάνει ο άνθρωπος.
“Εγώ αυτό ξέρω, αυτό σου λέω”.
Το σκέφτηκε από δω, το σκέφτηκε από κει, πάει στο δεύτερο.
“Για να πας στον Παράδεισο πρέπει πρώτα ν’ αγαπήσεις τον κόσμο”, λέει κι εκείνος.
“Τους αγαπάω και Παράδεισο δεν βρίσκω”.
“Εγώ αυτό ξέρω, αυτό σου λέω”.
Δε βγάζει νόημα και πάει στον τρίτο.
“Α, δεν είναι εύκολο, για να πας στον Παράδεισο πρέπει πρώτα να περάσεις από σαράντα κύματα”.
“Πού να βρω θάλασσα σοφέ μου, μόνο έρημος υπάρχει”.
Για να μην τα πολυλογούμε, άκρη δε βγάζει και φτάνει στον τελευταίο, τον μεγαλύτερο και τον σοφότερο από τους σοφούς.
“Μόνον εσύ μου απόμεινες, από μικρό παιδί ένα όνειρο έχω, θέλω να πάω στον παράδεισο, κίνησα από μακριά, χρόνια ταξιδεύω, κουράστηκα. Δείξε μου το δρόμο”.
“Γιατί τόσος κόπος, του λέει ο γερο –σοφός, υπάρχουν αμέτρητοι δρόμοι που οδηγούν στον Παράδεισο. Τόσοι, όσοι και οι άνθρωποι.
Εσύ, πριν φύγεις από το σπίτι σου έψαξες καλά;
Το μονοπάτι που ξεκινά από την αυλή σου και οδηγεί στην οικογένειά σου το έχεις δει;



Παρασκευή, Νοεμβρίου 20, 2009

Για τα παιδιά των φυλακών...

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

Χριστουγεννιάτικο bazaar/party για τα παιδιά των φυλακών
για την προώθηση του bazaar
Το xeblogarisma.blogspot.com * σας καλεί το Σάββατο 28 Νοεμβρίου Στο 2ο Χριστουγεννιάτικο bazaar/party για τα παιδιά έως 3 ετών, που ζουν με τις φυλακισμένες μητέρες τους στις γυναικείες φυλακές Ελαιώνα Θήβας (πρώην Κορυδαλλού). ______________________________________________________
Ημερομηνία: 28/11/2009
Τόπος: Cabaret Voltaire, Μαραθώνος 30, Μεταξουργείο

αναρτήθηκε από το hamomilaki


Τετάρτη, Νοεμβρίου 18, 2009

Mια βαλίτσα είναι πολύ μικρή...


Έπρεπε να πάρει μία μόνο βαλίτσα.
Τι να πρωτοχωρέσει;
Έβαζε κι έβγαζε τα αγαπημένα της πράγματα χωρίς να μπορεί ν’ αποφασίσει τι να αφήσει πίσω της.
Το καθένα από αυτά έγραφαν μια ιστορία με τις πιο αγαπημένες στιγμές της ζωής της.
Η καρδιά της ήταν σφιγμένη, ανέπνεε με δυσκολία.
Τα λεπτοσκαλισμένα ποτηράκια από την προίκα της μητέρας της, οι πορσελάνινες κούπες της γιαγιάς, οι κεντημένες κουρτίνες, τ’ αγαπημένα βιβλία, τα δώρα των παιδιών, οι συλλογές της, απλωμένα στο κρεβάτι κι εκείνη δίπλα τους να τα χαϊδεύει και να τα θέλει όλα, όλα.
Όμως η βαλίτσα επέμενε να μην κλείνει και αυτή πάλι από την αρχή να βάζει και να βγάζει.
Σταμάτησε, δεν άντεχε άλλο. Τα μηνίγγια της χτυπούσαν, το στόμα της είχε ξεραθεί.
Βγήκε στoν κήπο να πάρει μιαν ανάσα
Λίγο πριν είχε βρέξει και η καλοκαιρινή υγρασία της έφερε μεγαλύτερη δυσφορία.
Περίεργο! Άλλες φορές που ετοιμάζονταν να φύγει πετούσε από χαρά.
Σήμερα τι έπαθε;

Ήταν ένα χειμωνιάτικο πρωϊνό Κυριακής...





                       Η συνέχεια στο alataki2.blogspot.com

Δευτέρα, Νοεμβρίου 16, 2009

Χαιρετίσματα από τον κ. Ψυχιατρικόπουλο


Γεια σας, τι κάνετε, καλά; Κι εγώ καλά είμαι, μόλις γύρισα από τον ψυχίατρό μου, τα χαιρετίσματά του έχετε και σας περιμένει.

Πώς είναι; Όταν πήγα καλά ήταν, φεύγοντας τον είδα κάπως… έλεγε επί ένα μισάωρο “Τι λες κυρά μου, τι λες, κυρά μου, τι λες κυρά μου” , του συνέστησα να κλείσει ραντεβού με τον δικό του ψυχίατρο.

Τι πάρλα είναι αυτή που μ’ έπιασε πάλι; Θα σας πω την ιστορία από την αρχή.

Πήγα λοιπόν στον κ. Ψυχιατρικόπουλο καλού κακού, διότι τελευταία μερικοί μου πέταξαν κατάμουτρα πως δεν είμαι άνθρωπος, είμαι λέει, βλήτο. Άκου τώρα…

Αυτό έγινε όταν είπα κι εγώ ν’ ασχοληθώ με κάτι για να είμαι δημιουργική και κατόπιν ωρίμου σκέψεως, βγήκα στο κουρμπέτι να κυνηγήσω εκείνον τον λήσταρχο τον σχιζοφρενή για τον οποίο φήμες έλεγαν πως κυκλοφορεί εδώ γύρω.

Στην πορεία όμως αντιμετώπισα το εξής δίλημμα διότι υπήρχαν συγκεχυμένες πληροφορίες για το θέμα.

Γεννήθηκε επί τέλους ο ιός της κ. Νέας Γρίπης, δεν γεννήθηκε και αν ναι, θα μας έρθει, δεν θα μας έρθει, μήπως ήρθε και δεν τον προϋπαντήσαμε, με τι μέσον ήρθε και από πού και αφ’ ενός δεν γνωρίζω πόσους ιούς έχει κι αυτή η πολύτεκνη, αφ’ ετέρου έτσι και μας έρθουν όλοι μαζί, τι να τους κάνουμε καλέ, πού να τους βάλουμε, πώς να τους φερθούμε για να μην παρεξηγηθεί και η μαμά τους;

Πρώτον αυτό και δεύτερον, εδώ και χρόνια μου λένε πως είμαι γνωστή και μη εξαιρετέα για κάποιον σοβαρό λόγο, που σημαίνει μεταξύ των άλλων πως το μυαλό μου μέχρι πρότινος δεν είχε αλλάξει θέση.

Το πίστεψα κι εγώ και μεταφέρω αυτά που με τα ίδια μου τ’ αυτάκια και τα μεγάλα μου ματάκια, άκουσα και είδα, για να έχω και τη δική σας γνώμη

Πρόκειται για τέσσερις κυρίους - αυτοί κι αν είναι γνωστοί και μη εξαιρετέοι - που είναι ειδικοί σε όλα τα θέματα που αφορούν ιούς και θυγατέρες να επιμένουν πως άτομο με την ονομασία Νέα Γρίπη δεν έχει καταγραφεί σε κανένα κιτάπι και αν παρ’ ελπίδα κυκλοφορεί λαθραία, δεν έχει πια και τόσους πολλούς ιούς, ούτε τόσο πολεμοχαρείς που να μην ξέρουμε ποιο όπλο ν’ αρπάξουμε, οι ίδιοι δε ως φιλήσυχοι πολίτες και γνώστες του θέματος, δεν θα έπιαναν ποτέ τέτοιο πράγμα στα χέρια τους τους.

Εξ άλλου ένα όπλο μόνον κυκλοφορεί στα αρμόδια οπλοπωλεία και αυτό λέγεται εμβόλιο της Κοινής Γρίπης μας είπαν και πως πρέπει να το χρησιμοποιήσουν όσοι έχουν σοβαρό λόγο, κάτι ας πούμε σαν το σύνδρομο του Ηρώδη.

Εντάξει, το πίστεψα και ησύχασα, διαβεβαίωσα και τη θεία μου την Κούλα που είχε πάθει πανικό για το αν προλάβει να χαρεί τα νιάτα της, πως θα τα ξεπεράσει τα εκατό - τώρα είναι ογδόντα επτά και επτά μηνών- και καλά ως εδώ.

Το πρόβλημα που με οδήγησε στον κ. Ψυχιατρικόπουλο, ξεκίνησε μια εβδομάδα μετά.

Ήταν τότε που άκουσα και είδα τους ίδιους τους κατάιδιους σας λέω, γνωστούς και μη εξαιρετέους, να μου τα γυρίζουν και να τα λεν ανάποδα.

Βεβαίως είπαν, είναι διαπιστωμένο πως η μαντάμ Γρίπη γέννησε πρόσφατα αυτόν τον καινούργιο ιό που τον ονόμασε Piggy ή κάπως έτσι θα σας γελάσω, να της ζήσει κιόλας που έτσι και του τη δώσει και κάνει επέλαση χαιρέτα μας τον πλάτανο και ότι αυτοί οι ίδιου θα αρματωθούν μέχρι εκεί που δεν παίρνει από το τελευταίας τεχνολογίας οπλοστάσιο, συστήνουν μάλιστα στον κοσμάκη να κάνει το ίδιο.

Να δεις που αυτούς κάποιος κακός τους απείλησε, υποπτεύομαι τον ίδιο τον ιό που τον ξέρουν και μας τον κρύβουν…

Και ρωτάω. Τι να πιστέψω τώρα εγώ καλέ, πώς να μην χρειαστώ τη βοήθεια του τρελογιατρού μου και κυρίως τι να πω στη θεία Κούλα που έτσι και της επιτεθεί εκείνο το παλιόπαιδο, αυτός ο Piggy ντε, θα με αποκληρώσει;

Αυτά είπα στον ψυχίατρό μου και του κόλλησε το “τι λες κυρά μου”,

Από κει και πέρα ο ιός και η ψυχή μας, εγώ το χρέος μου το έπραξα, σας τα είπα όλα όπως έγιναν, λέω να τον περιμένουμε πρώτα, αυτός να δεις ή που θα μας βγει Αττίλας  ή που θα είναι προβατάκι του θεού και θα πάει χαμένο το κυνηγητό…

Άντε, γεια σας πάλι και αν δείτε τους κυρίους ειδικούς να τους πείτε και ο ιός να μην τους λιώσει, η γκρίνια μου θα τους ξαπλώσει…




Κυριακή, Νοεμβρίου 15, 2009

Σ' αγαπώ, το ξέρεις;


Ο Αχιλλέας είναι πολύ χαρούμενος, γιατί θα μείνει με τη γιαγιά του λίγες ημέρες στο χωριό.
Περνάει πολύ όμορφα μαζί της. Η γιαγιά τον αγαπάει και τον αφήνει να παίζει όσο θέλει στη μεγάλη αυλή.
Η γιαγιά είναι ήδη έτοιμη και ο Αχιλλέας από τη βιασύνη του ξεχνάει να χαιρετήσει τη μαμά, τον μπαμπά και το μικρό του αδελφάκι.
-Αχιλλέα, ακούει τη μητέρα να φωνάζει, έλα να σε φιλήσω και να θυμάσαι, σ' αγαπώ πολύ.
Το ίδιο κάνει και ο πατέρας.
-Αχιλλέα, να προσέχεις και να θυμάσαι ότι σ' αγαπώ πολύ. Πήγαινε τώρα να χαιρετήσεις και το μωρό μας.
Ο Αχιλλέας βαριεστημένος φωνάζει από την πόρτα.
-Άντε γεια....

            Η συνέχεια στο http://alataki3.blogspot.com/




Πέμπτη, Νοεμβρίου 12, 2009

Και μένα, ποιός θα μου λέει τώρα παραμύθια;


           Αγαπημένο μου ημερολόγιο,
           Η ώρα είναι πέντε το απόγευμα και κανονικά αυτή την ώρα έχω Αγγλικά αλλά σήμερα δεν θα πάω.
           Είπα στη μαμά πως πονάει η κοιλιά μου, αλλά σε σένα θα πω όλη την αλήθεια.
           Δεν θέλω να πάω πουθενά σήμερα ούτε να διαβάσω θέλω, γιατί είμαι στεναχωρημένη.
           Η γιαγιά μου πριν από ένα μήνα έπαθε εγκεφαλικό, δεν μπορούσε να μιλήσει καλά, ούτε να σηκώσει το δεξί χέρι και πόδι. και την πήγαμε στο νοσοκομείο.
           Μετά έγινε καλύτερα και ξαναήρθε στο σπίτι μας.
           Τη γιαγιά μου την αγαπώ πολύ κι εκείνη με αγαπάει, λέει μάλιστα πως με αγαπάει δυο φορές περισσότερο από το δικό της παιδί, δηλαδή το μπαμπά μου.
           Με τη γιαγιά είμαστε μαζί, από το πρωί μέχρι το βράδυ γιατί οι γονείς μου δουλεύουν μέχρι τις πέντε και το βράδυ βγαίνουν με τους φίλους τους.
           Μαγειρεύει τα φαγητά που μου αρέσουν, φτιάχνουμε μαζί τυροκούλουρα και λουκουμάδες, μερικές φορές τραγουδάμε και ράβουμε κούκλες από πανί που τις έχω στο δωμάτιό μου.
           Μου λέει και ωραία παραμύθια γιατί εμένα μου αρέσουν πολύ τα παραμύθια κι ας είμαι στην Ε΄ Δημοτικού.
           Δηλαδή αυτά τα κάναμε πριν αρρωστήσει, τώρα δεν μπορεί, μιλάει λίγο σαν τον αδελφό της Kικής που πάει στον παιδικό σταθμό, αλλά αυτό δε με νοιάζει, εγώ καταλαβαίνω όταν ζητάει νερό, ή όταν θέλει να με αγκαλιάσει.
           Της λέω να μη στεναχωριέται κι εγώ θα τη βοηθήσω να γίνει καλά, στην προσευχή μου μόνον αυτό παρακαλάω.
           Από τότε που η γιαγιά μου έπαθε αυτό το εγκεφαλικό, στο σπίτι μας έρχεται μια ξένη χοντρή κυρία που όλο φωνάζει. Δεν με αφήνει να καθίσω στο κρεβάτι της, ούτε να τη χαϊδέψω, ούτε να της μιλήσω, ούτε να τη βοηθήσω να φάει κι εγώ δεν τη χωνεύω.
           Χθες το βράδυ η μαμά μου είπε πως αυτή η ξένη δεν θα ξαναέρχονταν στο σπίτι μας και γύρισα από το σχολείο πολύ χαρούμενη που θα καθόμουνα στο δωμάτιο της γιαγιάκας μου όσο ήθελα.
            Το μεσημέρι που γύρισα όμως, δεν βρήκα στο σπίτι ούτε τη γιαγιά μου.
            Ο μπαμπάς είπε πως από δω και πέρα θα μένει κάπου αλλού, σε κάποιο μέρος που φροντίζουν τους ανθρώπους όταν αρρωσταίνουν.
            Εγώ όμως φοβάμαι, μπορεί να φοβάται κι εκείνη τώρα που είναι μόνη της.
            Και αυτό το μέρος είναι μακριά, πώς να της λέω “γιαγιά μου σ’ αγαπώ”.  
            Και μένα; Ποιός θα μου λέει τώρα παραμύθια;



Τετάρτη, Νοεμβρίου 11, 2009

Λόγια φτερά...



Όλοι κάτι προσμένουν.

Συνήθως εκείνο που δεν έχουν
Μετά κάτι άλλο
Ίσως λίγο καλύτερο από αυτό που έχουν
Το Προσμένω δεν τελειώνει
Γεννιέται και πεθαίνει
Τυραννά και τυραννιέται
Τον και από Τον προσμένοντα...






Τρίτη, Νοεμβρίου 10, 2009

Αυτά που μας αρέσουν...


           Μια μέρα, ένας άντρας που καθόταν κάτω από το δέντρο της αυλής του,
πρόσεξε ένα κουκούλι που στην άκρη του σχημάτιζε μικρό άνοιγμα.
Μια πεταλούδα προσπαθούσε να βγει από το κουκούλι, προσπαθούσε και προσπαθούσε,
μα πέρασε ώρα χωρίς να τα καταφέρει.
Ο άντρας τη λυπήθηκε, με ένα ψαλίδι έκοψε το κουκούλι.
Αμέσως η πεταλούδα απελευθερώθηκε και ο άντρας ήταν πολύ χαρούμενος γι αυτό.
Η πεταλούδα όμως, πέρασε τη ζωή της με μαραμένα φτερά χωρίς να μπορέσει ποτέ να πετάξει κι αυτό γιατί χρειαζόταν χρόνο και προσπάθεια για να βγει από το κουκούλι της.
Αυτό που για τον άντρα σήμαινε καλοσύνη, για την πεταλούδα ήταν καταστροφή,
Μερικές φορές ο αγώνας είναι αυτό ακριβώς που έχει ανάγκη η ζωή μας.
Ζωή χωρίς δυσκολίες δεν βοηθά να γίνει ο άνθρωπος δυνατός

Δευτέρα, Νοεμβρίου 09, 2009

Η χρονιά της φοβέρας


            ... Μοναχογιός ο Αλέκος, τον απέκτησε η κυρία Δέσποινα εκεί γύρω στα σαράντα, πάνω που είχε αρχίσει να την απογοητεύει το θέμα γάμος.

                Τυχερά πράματα όμως αυτά, στο κατηχητικό του Σαββάτου που πήγαινε απαραιτήτως, την πρόσεξε ο καθηγητής της θεολογίας που έκανε την ανάλυση του μηνύματος του ιερού Ευαγγελίου. Σοβαρός άνθρωπος, δεν μπορούσε να της κάνει απ’ ευθείας πρόταση γάμου, το ανέθεσε στον ιερέα, τον πατέρα Δαμιανό.
                Ο πατήρ, ενθουσιασμένος που θα ένωνε δυο ανθρώπους του θεού, μίλησε με τα θερμότερα λόγια στον καθένα για τον άλλον.
                Περιθώρια για χασομέρι δεν υπήρχαν, μετά τη Σαρακοστή έγινε ο γάμος και σε εννέα μήνες ακριβώς, γεννήθηκε ο Αλέκος.
                Εκπαιδευτικοί και οι δύο, ήταν δυνατόν το δικό τους παιδί να βγει παρακατιανό;
Όφειλε, είχε υποχρέωση να είναι ο πρώτος και όφειλε επίσης ν’ ακολουθήσει τον δρόμο των γονιών, το δρόμο του Κυρίου.
                Όλα έβαιναν καλώς μέχρι που ο Αλέκος τέλειωσε το Γυμνάσιο.
                Από κει και πέρα τώρα, ποιον πήγε και έμοιασε αυτό το πλάσμα, ήταν ένα μυστήριο.
                Δεν φτάνει μόνο που ψήλωσε και ομόρφηνε, έγινε ελεύθερος και ανεξάρτητος και δεν έμπαινε πλέον σε καλούπι....
                 Ολόκληρο το διήγημα στο http://alataki2.blogspot.com
                

Παρασκευή, Νοεμβρίου 06, 2009

Λόγια φτερά...


Ο κακός φοβάται την Αγάπη
Ο άσχημος μισεί την Ομορφιά
Ο δειλός τρέμει την Ανδρεία
Ο ψεύτης κρύβεται από την Αλήθεια
Ο δυστυχής ζηλεύει την Ευτυχία
Ο τσιφούτης λατρεύει τον Πλούτο
Ο γέρος αναπολεί τη Νιότη
Ο πόλεμος κατατρέχει την Ειρήνη

Ο ανέραστος κακολογεί τον Έρωτα
Ο μίζερος αποφεύγει τη Ζωή
Ο μισάνθρωπος χάνει τη Ζωή
Ο θάνατος τρέμει τη Ζωή



Αλλά εμείς...

                      

Τρίτη, Νοεμβρίου 03, 2009

Αξιότιμοι γείτονες... (Α πα, πα μέσα στη γκρίνια είναι πάλι αυτή καλέ...)


                Αξιότιμοι γείτονες λέω,
                Πρώτον να καλωσορίσω στη γειτονιά όσους έχουν εγκατασταθεί πρόσφατα, δηλαδή τι πρόσφατα, τα τελευταία είκοσι χρόνια κι ακόμα το βιολί βιολάκι τους και να πω δυο λόγια για να πάρετε μια ιδέα σε τι είδους γειτονιά έχετε μετακομίσει.
                Η γειτονιά μας πουλάκια μου, εκείνον τον άγιο καιρό είχε μονοκατοικίες κουκλίστικες, ασβεστωμένες ή βαμμένες στα χρώματα του ουράνιου τόξου με καταπράσινες αυλές από τις γλάστρες, τα γιασεμιά και τις τριανταφυλλιές, δέντρα υψώνονταν για ίσκιο, από συκιές μέχρι ελιές, τα πεζοδρόμια με δέντρα στη σειρά κι αυτά, πλένονταν με καθαρό νεράκι κάθε απόγευμα για ν’ απολαμβάνουν οι γείτονες τα δειλινά, καθισμένοι στα σκαμνάκια και τα σκαλοπάτια τους.
                 Σε κάθε τετράγωνο στήνονταν παρέες, με καφέ και γλυκό του κουταλιού που κερνούσε η μια γειτόνισσα στην άλλη και σαν τελείωναν με τα δικά τους, πετάγονταν μέχρι το επόμενο τετράγωνο για να διευρύνουν τις κοινωνικές επαφές.
                 Οι ατμοί των φαγητών πετούσαν στον αέρα και άφηναν τις οσμές τους, τόσο όσο χρειαζόταν για να δηλώσουν στους γείτονες το μεσημεριανό τραπέζι.
                 Οι σχέσεις των γειτόνων ήταν αγαπησιάρικες και το πολύ-πολύ να κουτσομπόλευε η μια νοικοκυρά τη μπουγάδα της άλλης.
                 Πρέπει να μάθετε όμως πως ότι και να γινόταν, σε περίπτωση ανάγκης συνέτρεχαν οι πάντες και κανείς δεν ένιωθε μόνος κι έρημος.
                 Ο δρόμος μας έλαμπε από καθαριότητα, και αν αραιά και που εμφανιζόταν οδοκαθαριστής, οι νοικοκυρές το θεωρούσαν προσβολή, τι δουλειά είχε ξένος άνθρωπος με τα δικά τους τα σκουπίδια.
                 Το Πάσχα γύριζαν όλοι μαζί τ’ αρνιά στις αυλές, ακόμα και στα πεζοδρόμια και όλες μαζί σιδέρωναν τα προικιά του κοριτσιού που ετοιμάζονταν για γάμο.
Διαρρήκτες; Τι είναι αυτό; Και πες πως βρίσκονταν κανένας, που να τολμήσει και που να κρυφτεί;

                  Αχρείαστα να είναι τα κλειδιά, έλεγε η γιαγιά μου γιατί αν ο κόσμος φτάσει να κλειδώνει το σπίτι του, πάει, θα μας κάψει ο θεός!
                  “… και μπήκε χρόνος δίσεκτος και μήνες ωργισμένοι…” και καλά γκρεμοτσακίσαμε τα λουσμένα στο φως σπιτάκια μας και χτίσαμε εκείνα τα κάθετα σπιρτόκουτα και απαγορεύσαμε στον ήλιο να μας ενοχλεί και μαζευτήκαμε από εκατό χωριά χωριάτες στο ίδιο σπίτι.
                  Από κει και πέρα βρε καλοί μου γείτονες, τι έχουν τα κουλά μας και δεν μπορούν ν’ ανοίξουν τον κάδο να σαβουρντίσουν έστω τα σκουπίδια μας;
                  Τόσο πολύ αγαπάμε τ’ αποφάγια και τα χαρτιά υγείας και τ αφήνουμε να καμαρώνουν στα πεζοδρόμια, μπροστά στα μάτια και κάτω από τη μύτη του όποιου δυστυχούς;
                  Γιατί δηλαδή αναγκάζουμε τον κάθε κατακαημένο μπορεί δεν μπορεί, να χοροπηδάει σαν κατσαρίδα που μύρισε εντομοκτόνο για να μην πατήσει τα σ…α μας;
                  Και δεν μου λέτε; Πόσο μεγαλοπιαστήκαμε πια και αποκηρύξαμε τη σκούπα που μια χαρά εξαφανίζει τα λαδωμένα από τις τυρόπιττες χαρτιά στο πεζοδρόμιό μας και τις πλαστικές σακούλες και απαιτούμε από τον Δήμο μόνο να τηρεί το “διατηρείτε την πόλη καθαρή” που γράφουν και οι κάδοι;
                  Αμ το άλλο; Τους ατμούς και τις οσμές της κουζίνας δεν τις διαλύει ο αέρας πια, από πού να περάσει κι αυτός, παρά μου τα στέλνουν οι αποροφητήρες στην κρεβατοκάμαρα, το σαλόνι και γενικώς στη μούρη μου.
Καλά, εδώ φταίει άλλος…

                  Και τώρα που πήρα φόρα, τα παρτεράκια που μάλωσα με τον μηχανικό για να τα φτιάξει στον κενό χώρο μπροστά στην πολυκατοικία μας και τα φύτεψα με λογής τριανταφυλλιές γιατί μου τα ρημάζετε που να σας μπουν τριάντα αγκάθια όπως εκείνη την ωραία στο παραμύθι και να ξυπνήσετε μετά από τριάντα χρόνια;
                  Τουλάχιστον ν’ αφήνατε τα δεντράκια που φυτέψαμε στο πεζοδρόμιο να μεγαλώσουν και να μην τα παίρνατε σβάρνα με το παρκάρισμα.
Αλλά θα σας ξεφουσκώσω εγώ τα λάστιχα καμιά μέρα να μάθετε…
                  Βρε χρυσή μου κυρά Μαρίκα (τρόπος του λέγειν δηλαδή) τόσες φορές σου είπαμε να μην τινάζεις τα χαλιά σου όταν βλέπεις τη φουκαριάρα τη μικρομάνα με τα τρία μωρά ν’ απλώνει τα ρουχαλάκια τους.
Δεν θα σου φύγει όμως μια φορά από τα χέρια; Είμαι πιο σβέλτη από σένα, θα σου τα κόψω τα κρόσια…
                  Καλά, εσένα που βάζεις τα σκυλοτράγουδα στη διαπασών και τραντάζονται τα τζάμια και μας λες ότι δεν είναι ώρα κοινής ησυχίας που να σου σπάσει το στερεοφωνικό, ξέρω τι θα σε κάνω. Θα πάρεις πόδι μόλις λήξει το συμβόλαιο…
                  Ρε συ φίλε από τον έβδομο, αφού με βλέπεις που έρχομαι πίσω σου, γιατί παίρνεις φόρα και μου κλείνεις την πόρτα του ασανσέρ στα μούτρα, πότε να περιμένω ν’ ανεβεί, να κατεβεί, να πάω κι εγώ στον τέταρτο που έχω φορτωθεί και σαν το ζωντανό;
Τώρα θα μου πεις καλύτερα, γιατί ποιος ξέρει πόσο παστουρμά έφαγες πάλι…
                  Μωρ’ συ με το κορακί μαλλί βάλε λιγότερο πατσουλί, είναι ανάγκη να παίρνουμε μυρωδιά πότε μπαίνεις, πότε βγαίνεις;
                  Με σένα την από πάνω μου να δω πώς θα ξεμπλέξω. Χριστιανή μου, τι κάνεις όλη μέρα, η περιέργεια θα με φάει.
Γιατί μόλις πάει δώδεκα, την ώρα που βγαίνουν τα φαντάσματα ξεσηκώνεσαι και τραβολογάς τους καναπέδες και τα τραπέζια, κυνηγητό παίζεις μαζί τους;
Άσε με να κοιμηθώ κομματάκι που βλέπω εφιάλτες ότι μούρχονται οι καρέκλες σου στο κεφάλι…
                  Ας μη μιλήσουμε για ανθρώπινο ενδιαφέρον γιατί θα γίνω έξαλλη. Ακούμε τη γυναίκα να φωνάζει βοήθεια που τρώει ξύλο και δεν ορμάμε όλοι μαζί να κόψουμε τα ξερά του τζάμπα μάγκα. Καλέ παρεμπιπτόντως, τι έγιναν οι άντρες;
                  Δεν είναι δική μας δουλειά θα μου πείτε, μήπως τουλάχιστον είναι δική μας η δουλειά να ψελλίζουμε μια καλημέρα στο γείτονα;
                  Το λέω γιατί μας βλέπω στα μουγκά να μπαίνουμε στα κουφά να βγαίνουμε, ακόμα και από το διπλανό διαμέρισμα
                  Κι εσύ μωρή σουρτούκω κάνε λίγο τη δύσκολη, τι μου κουβαλάς όλη την Τετάρτη Μεραρχία;
                  Και πού είστε; Ο τελευταίος ας κλείσει τουλάχιστον την πόρτα της πολυκατοικίας που έτσι και χαλάσει ο μηχανισμός χ……..ε που γίνεται το μπάτε σκύλοι και αλέστε…
                  Ωχ, με την κουβέντα ξεχάστηκα, είχα σκοπό σήμερα να τσακώσω τον χαμένο που σουτάρει τα σκουπίδια από το μπαλκόνι…
Θα τον βάλω εγώ να τα φάει.
                  Εγώ τα λέω, εγώ τ’ ακούω και γραμμένη με έχετε, είπατε;
                  Που να σας γράψει το Υπουργείο Οικονομικών και το Απασχόλησης μαζί, εκεί που ξέρετε…


                  Και άντε… μπιπ…



Κυριακή, Νοεμβρίου 01, 2009

Τιμής ένεκεν - Ιωάννης Καποδίστριας



«…Ελπίζω ότι όσοι εξ´ υμών συμμετάσχουν εις την Κυβέρνησιν θέλουν γνωρίσει μεθ´ εμού ότι εις τας παρούσας περιπτώσεις, όσοι ευρίσκονται εις δημόσια υπουργήματα δεν είναι δυνατόν να λαμβάνουν μισθούς αναλόγως με τον βαθμό του υψηλού υπουργήματός των και με τας εκδουλεύσεις των, αλλ´ ότι οι μισθοί ούτοι πρέπει να αναλογούν ακριβώς με τα χρηματικά μέσα, τα οποία έχει η Κυβέρνησις εις την εξουσίαν της…»

«…εφ´ όσον τα ιδιαίτερα εισοδήματά μου αρκούν διά να ζήσω, αρνούμαι να εγγίσω μέχρι και του οβολού τα δημόσια χρήματα, ενώ ευρισκόμεθα εις το μέσον ερειπίων και ανθρώπων βυθισμένων εις εσχάτην πενίαν».






Παρασκευή, Οκτωβρίου 30, 2009

Στη μέση του δρόμου... με τα κόκκινα μήλα


                 Στη μέση του μεγάλου δρόμου στη νησίδα στεκόταν.
                 Γύρω στα ογδόντα ήταν, αδύνατος και σκυφτός, στηριγμένος με το αριστερό του χέρι στην κολώνα φωτισμού.
Στο δεξί του κρατούσε μια άσπρη πλαστική σακούλα με τέσσερα-πέντε κόκκινα μήλα.
                 Περίμενε να γίνει το απέναντι φανάρι πράσινο για να διασχίσει το επόμενο μισό του δρόμου.
                 Δίπλα του δυο ακόμα νεαρά άτομα.
                 Στον απέναντι κάθετο που τα φανάρια είναι έτσι ρυθμισμένα ώστε να περνούν αυτοκίνητα και πεζοί από τις δύο απέναντι πλευρές, ένα κατακόκκινο Fiat με τη μουσική να ξεσχίζει τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα για να σπάσει προφανώς την πλήξη του οδηγού, περίμενε κι εκείνο να πρασινίσει το φανάρι.
                 Το φανάρι έδειξε το πράσινο ανθρωπάκι, ο ηλικιωμένος ακούμπησε το πόδι του στο οδόστρωμα, κοίταξε απέναντι και δεξιά, βεβαιώθηκε πως ήταν ελεύθερο από οχήματα και συνέχισε να περπατά προς το απέναντι πεζοδρόμιο, μαζί του και οι άλλοι δυο.
                 Κι εκεί που κανείς δεν το περίμενε, ο οδηγός του θορυβώδους κατακόκκινου όρμηξε με τις ρόδες να στριγγλίζουν από το μαρσάρισμα, ξαφνικά και απροειδοποίητα δεξιά, δίχως ν’ ανάψει το φλας κατεύθυνσης.
                 Τα δύο νεαρά άτομα, έτρεξαν μπροστά και γλύτωσαν από του χάρου τα δόντια.
                 Τα πόδια του γεράκου αρνήθηκαν να τον βοηθήσουν, ίσως και το ταλαιπωρημένο από τα χρόνια και τις κακουχίες μυαλό του, κοκάλωσε στη μέση του δρόμου, μετατράπηκε σε ένα κουβάρι και πετάχτηκε σα να ήταν τόπι ξεφούσκωτο δέκα μέτρα μακριά.
                 Τα κόκκινα μήλα σκορπίστηκαν βιαστικά στη μέση του δρόμου, ώσπου σοκαρισμένα κατέληξαν στις άκρες των πεζοδρομίων, εκτός από ένα που σαν για συμπαράσταση κύλησε και στάθηκε δίπλα στο χτυπημένο ανθρώπινο κορμί.
                 Το ανατριχιαστικό φρενάρισμα ακούστηκε μεταχρονισμένα και ο πανικός που ακολούθησε έδειξε για άλλη μια φορά τα κατορθώματα της ανθρώπινης αδιαφορίας και ανευθυνότητας
                 Εκείνο το μεσημέρι η γειτόνισσά μου η κυρά Ματίνα, περίμενε για μισή ώρα ακόμα τον κυρ Βαγγέλη της, τον άντρα που έζησε μαζί του πενήντα τρία χρόνια, να γυρίσει από το καφενείο.
                 Έκοβε σαλάτα και δόξαζε το θεό που τους άφησε να γεράσουν μαζί, να δουν τα εγγόνια τους να μεγαλώνουν, ν’ απολαμβάνουν τα ηλιόλουστα πρωϊνά στο πάρκο, να χαίρονται με τα παιδιά τους τις μεγάλες γιορτές κι ας ήταν μακριά
                 Ύστερα ανησύχησε και βγήκε να τον ψάξει, την ώρα της μεσημεριανής επιστροφής την τηρούσε ευλαβικά ο κυρ Βαγγέλης.
                  Μία και μισή ακριβώς έβαζαν τραπέζι.
                  Ποιός να της το πει; Πώς να της το πει;

Τρίτη, Οκτωβρίου 27, 2009

Ο άνθρωπος το πουλί και το λουλούδι


Βρέθηκαν κάποτε μαζί σε έναν κήπο, ένας άνθρωπος, ένα πουλί και ένα λουλούδι.
Το λουλούδι είχε χρώματα σπάνια, ήταν όμορφο και δροσερό, μοσχοβολούσε και λικνίζονταν στο φύσημα του αγέρα.
Το πουλί ήταν χαριτωμένο, ανάλαφρο και κελαηδούσε όμορφα.
Ο άνθρωπος ήταν νέος και καλοφτιαγμένος. Καθόταν στο γρασίδι σκεφτικός και αφηρημένος με τα μάτια κλειστά.
Κάποια στιγμή ακούγεται μια φωνή να λέει.
-Αχ, πόσο σε λυπάμαι φίλε!
Πετάγεται όρθιος ο άνθρωπος να δει ποιος μίλησε, κανείς δε φαινόταν, σκέφτεται πως ήταν η φαντασία του και ξανακάθεται.
Σε λίγο ακούγεται πάλι η ίδια φωνή.
-Εχ, τίποτα δεν έχεις καταλάβει από τη ζωή!
Τρομάζει ο άνθρωπος ψάχνει γύρω, τίποτε, σκέφτεται πως αυτό εδώ το μέρος είναι στοιχειωμένο και τρέχει να φύγει.
Πριν κάνει δυο βήματα, πέφτει μπροστά του ένα πλασματάκι τόσο δα που ήταν και δεν ήταν αληθινό και του λέει.
-Πού πας άνθρωπε, μείνε να χαρείς την ομορφιά.
Ο άνθρωπος δεν μπορεί ούτε να μιλήσει ούτε να κουνηθεί από την τρομάρα του και το πλασματάκι που ήταν και δεν ήταν συνεχίζει.
-Πιάσε κουβέντα με αυτό το όμορφο λουλούδι και κείνο το παραδεισένιο πουλί. Μίλησε μαζί τους και θα μάθεις πολλά.
Συνέρχεται ο άνθρωπος, σκέφτεται τα λόγια που άκουσε και αποφασίζει να κάνει ότι είπε το πλασματάκι.
Πιάνει λοιπόν την κουβέντα στο λουλούδι.
-Τώρα που σε κοιτάζω βλέπω πως είσαι. όμορφο και μυρίζεις υπέροχα. Κρίμα όμως!
-Κρίμα, γιατί; ρωτάει το λουλούδι.
-Κρίμα γιατί σε λίγο θα μαραθείς
Ακούει το πουλί και μπαίνει στην κουβέντα.
-Αχ, ευτυχώς που δεν είμαι λουλούδι..
-Αχ, αναστενάζει πάλι ο άνθρωπος, και σένα σε κλαίω.
-Γιατί το λες αυτό; τιτιβίζει το πουλί, τι ανάγκη έχω εγώ που σκίζω τον αγέρα με τα δυνατά μου φτερά;
-Μπορεί να σκίζεις τον αγέρα και να έχεις δυνατά φτερά, αλλά δε σημαίνει τίποτα.
-Χα! Ποιός το λέει αυτό άνθρωπέ μου, δε βλέπεις που πετάω όπου θέλω;
-Πετάς τώρα, αν όμως αύριο σε σημαδέψει κάποιος με σφεντόνα; Θα σου σπάσει τα φτερά και δεν θα μπορείς να πετάξεις.
-Βρε τι είναι αυτά που λες; Κι εγώ που σου τραγουσούσα τόση ώρα! Δηλαδή νομίζεις πως είναι καλύτερα να μην έχει κανείς φωνή και φτερά;
-Ε, δε λέω, μπορεί εσύ να έχεις φωνή αλλά αν κάποτε πληγωθείς, θα μπορείς να κηλαϊδίσεις;
Το λουλούδι που παρακολουθεί χωρίς να μιλάει, ακούγεται να λέει.
-Α, όσο γι αυτό, εγώ δεν κινδυνεύω να μου σπάσουν τα φτερά..
-Ναι καλά, λέει ο άνθρωπος, εσένα όμως μπορεί να σε κόψουν.
-Ποιός να με κόψει καλέ και γιατί να το κάνει;
-Δεν έχεις ακούσει για λουλούδια που μπαίνουν στο βάζο;
-Πως, βέβαια, πετάγεται το πουλί, έχω δει ανθρώπους να κόβουν τα λουλούδια.
-Εσύ μη μιλάς, λέει ο άνθρωπος, γιατί εσένα μπορεί να σε πιάσουν και να σε κλείσουν σε κλουβί.
-Εμένα σε κλουβί, ας γελάσω, κάνει το πουλί. Τα πουλιά γεννήθηκαν για να πετούν ως τον ουρανό. Πώς να πετάξουν μέσα στο κλουβί;
-Αχ, κάνει ο άνθρωπος, τα πράγματα είναι ακριβώς όπως σας τα λέω, κρίμα είστε και οι δύο. Τόση ομορφιά χαμένη.
Σωπαίνουν για λίγο και οι τρεις. Το πουλί και το λουλούδι σκέφτονται τι μέτρα να πάρουν για να αποφύγουν τα δυσάρεστα που άκουσαν από τον άνθρωπο.
-Δηλαδή, λέει το πουλί για να μην πάθω όσα λες, πρέπει να σταματήσω να πετάω και να κρυφτώ σε έναν θάμνο. Τότε τι πουλί θα ήμουν;
-Μπα, εκεί μπορεί να σε αρπάξει η αλεπού, άσε που μπορεί να πέσεις σε καμιά παγίδα.
-Κι εγώ λέει το λουλούδι, να σταματήσω ν’ ανθίζω και να μυρίζω όμορφα. Μα τότε τι λουλούδι θα ήμουν;
-Δε βαριέσαι, ξαναλέει ο άνθρωπος και να σταματήσεις να ανθίζεις μπορεί να σε κόψουν από τη ρίζα.
-Μα αν είναι όπως τα λες γιατί να υπάρχουν λουλούδια και πουλιά στη φύση; ρωτούν και οι δύο με ένα στόμα.
-Άντε ντε, όλα είναι μάταια, απαντάει ο άνθρωπος αναστενάζοντας.
-Καλά για μας, ψιθυρίζει το λουλούδι, εσύ όμως γιατί είσαι δυστυχισμένος;
-Πώς να μην είμαι, κάνει ο άνθρωπος, μήπως εγώ ξέρω τι θα πάθω φεύγοντας από δω; Μπορεί στο δρόμο να με τσιμπήσει ένα φίδι, ή μπορεί να πέσει πάνω μου κεραυνός, ή να με σκοτώσει κανένας ληστής.
-Βρε τι είναι αυτό που μας βρήκε σήμερα, νευριάζει το πουλί, τι χαζό είμαι που κάθομαι και σε ακούω, μια καλή κουβέντα δεν μας είπες. Ας πετάξω εγώ όπως πετούσα να χαρώ αυτή τη θαυμάσια μέρα. Αυτό μου έλειπε τώρα να αρχίσω να φοβάμαι που είμαι πουλί.
Αυτά φώναξε το πουλί και πέταξε ψηλά.
Το λουλούδι κοιτάζει το πουλί να πετάει και μαλώνει τον άνθρωπο.
-Βλέπεις τώρα τι έκανες, αν δεν μας έλεγες ανοησίες το πουλί θα καθόταν στα κλωνάρια μου και θα κάναμε μια χαρά παρέα. Στο κάτω- κάτω αν με κόψουν θα ανθίσουν άλλα λουλούδια. Μπα σε καλό σου, άσε με άνθρωπέ μου να λουστώ με τον ήλιο, να χορέψω με τ’ αγέρι και να μοσχοβολήσω. Πήγαινε στο καλό σου.
Ο άνθρωπος αναστενάζει πάλι και σηκώνεται να φύγει σκυφτός και κουρασμένος.
Πριν κάνει δυο βήματα, πέφτει μπροστά του το πλασματάκι που ήταν και δεν ήταν.
-Τι να σου πω, του λέει, ρόιδο τα έκανες. Εγώ είπα να μιλήσεις με το λουλούδι και το πουλί γιατί νόμιζα πως θα ήσουν ευτυχισμένος βλέποντας τόση ομορφιά. Ήθελα να μάθεις από το πουλί πόση ευτυχία νιώθει όταν πετάει και από το λουλούδι πώς είδε τον ήλιο να στεγνώνει τις δροσοσταλίδες που του έριξε η νύχτα.
-Άντε σύρε στο καλό, εύχομαι να μην πάθεις όσα φοβάσαι…
Μόνο να με θυμηθείς την επόμενη φορά που θα βρεθεί μπροστά σου ένα πουλί και ένα λουλούδι!

Κυριακή, Οκτωβρίου 25, 2009

Eίμαστε όλοι υποκριτές στο stage του παραλόγου


Πολύς λόγος έγινε για τα περίφημα προγράμματα Stage και συνεχίζει και ποιος ξέρει μέχρι πότε. Είναι καταπληκτικό το πώς καταφέρνουμε να περιπλέκουμε και τα πιο απλά πράγματα. Απλοϊκή σκέψη χρειάζεται για να επιλυθεί ένα θέμα που έχει καταστεί εθνικό ζήτημα..
Τι είναι βρε παιδιά αυτά τα προγράμματα; Προορίζονται ξέραμε, για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, έτσι δε λέει ο Νόμος; Τι σημαίνει αυτό, ή τι θα έπρεπε να σημαίνει;
Προσλαμβάνονται οι νέοι και άπειροι υποψήφιοι εργαζόμενοι για να εκπαιδευτούν πάνω στον τομέα τους, στην ειδικότητα για την οποία θα κληθούν στο μέλλον ν’ αναζητήσουν εργασία.
Ωραία ως εδώ; Ποιοί είναι λοιπόν αυτοί που έχουν ανάγκη εκπαίδευσης;
Όλοι ανεξαιρέτως οι νέοι. Σωστά; Πώς θα γίνει στην πράξη;
Μα πώς αλλιώς; Θα υποβάλλονται αιτήσεις από τους ενδιαφερόμενους που θα προσληφθούν με τη σειρά για ένα εξάμηνο, άντε οκτάμηνο. Το ένα διάστημα δύο χιλιάδες άτομα, το δεύτερο διάστημα άλλοι δύο χιλιάδες και ούτω καθ’ εξής.
Όλοι δεν πρέπει να έχουν πρόσβαση στο stage; Αμέ, φυσικά!
Αυτό λοιπόν προϋποθέτει την εναλλαγή των εκπαιδευόμενων. Φεύγει ο ένας, έρχεται ο άλλος.
Με ευθύνη του ίδιου του κρατικού μηχανισμού που πιστεύει πως όλοι οι πολίτες έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις. Καλά ως εδώ; Καλά!
Έλα όμως που τα stage είχαν την ίδια κατάντια όπως και τα υπόλοιπα σε τούτη τη χώρα.
Ο ενδιαφερόμενος για να έχει πρόσβαση στο πρόγραμμα υποχρεώθηκε - ναι υποχρεώθηκε διότι έτσι είθισται στον τόπο μας - να περάσει να υποβάλλει τα σέβη του, να δηλώσει πιθανόν υποταγή στον βουλευτή, να μετατραπεί σε δουλοπρεπή κάτοικο, να πληρώσει ίσως και δεν μπορώ να φανταστώ τι άλλο.
Αυτά τα προσόντα έπρεπε να διαθέτει ο υποψήφιος για να καταλάβει έστω και αυτή τη δημόσια καρέκλα του, χωρίς ασφάλιση και σχεδόν χωρίς μισθό εκπαιδευόμενου και από κει και πέρα, άντε να τον σηκώσεις…
Γιατί προβληματιζόμαστε; Ένα κι ένα κάνουν δύο
Θα μου πεις τι φταίνε οι εργαζόμενοι... Τι να πω! Θα πω μόνον πως όλοι υποκύψαμε στον παραλογισμό της πλύσης εγκεφάλου.
Γιατί δεν τους είπαν, η σύμβασή σου είναι εξάμηνη, μετά έχει άλλος σειρά; Γιατί αντίθετα είπαν, πήγαινε για ένα εξάμηνο και βλέπουμε…
Τι κουφά είναι αυτά με μονιμοποιήσεις και μοριοδοτήσεις;. Τα παιδιά που δεν έχουν τα συγκεκριμένα μόρια πώς θα κριθούν; Προς τι οι ενδοιασμοί και οι αντιδράσεις να κριθούν άπαντες επί ίσοις όροις; Από πότε επιβραβεύεται η λαμογιά και το γλύψιμο;
Ανέκαθεν θα μου πείτε. Ε, κάποτε πρέπει να βάλουμε τη γλώσσα μέσα.
Συμφωνώ πως πάνω απ’ όλα φταίνε οι ντήλερ και καπηλευτές των ονείρων, της ελπίδας και της ζωής των νέων. Με λίγα λόγια φταίνε όχι οι βουλευτές ως εκπρόσωποι της Βουλής των Ελλήνων, αλλά οι βολευτές κατάλοιπα, μην πω τίνος, που δρουν με βάση το προσωπικό τους συμφέρον.
Μα την αλήθεια αν ήταν στο χέρι μου θα ζητούσα την ποινική τους καταδίκη.
Και τα άλλα παιδιά που δεν έχουν πρόσβαση σε βολευτές, ή δεν τους επιτρέπει η αξιοπρέπεια και η συνείδηση να καταφύγουν εκεί, τι θα γίνουν;
Τα παιδιά που δουλεύουν delivery, bar ή οικοδομή, σε ποια χώρα ανήκουν;
Τι θα γίνει με τη χώρα μας όπου το παράλογο θεωρείται αυτονόητο και η υποχρέωση δικαίωμα;
Πώς να πείσω το παιδί μου πως πρέπει να υπερασπιστεί αυτή την πατρίδα, ή να γίνει νόμιμος και ευσυνείδητος πολίτης τη στιγμή που η ίδια η πατρίδα χλευάζει το έντιμο, το νόμιμο το αξιοπρεπές;
Εγώ κύριοι στη Βουλή έστειλα Βουλευτές και όχι βολευτές…

Σάββατο, Οκτωβρίου 24, 2009

Τότε που στη γειτονιά μας είχαμε μαγαζάκια




 Στα πέντε μου χρόνια είχα καταφέρει να γίνω το παιδί για τα θελήματα της γειτονιάς. Ακόμα ηχούν στ’ αυτιά μου οι φράσεις της μάνας μου και όχι μόνον.
“Αννούλα, τρέχα στον μπακάλη να μου πάρεις ένα αλάτι”.
“Αννούλα, έλα κοριτσάκι μου, τρέξε μέχρι τον μπακάλη είμαι με το νυχτικό, μισό κιλό ζάχαρη να του πεις, μισό κιλό φασόλια και μία ρέγγα για την κυρά Φρόσω και να τα γράψει”.
“Αννούλα, θα πας στον μανάβη κι εγώ θα σου δώκω σοκολατάκι, θα μου πάρεις μισό κιλό λεμόνια και ένα λαχανάκι, από τα καλά να του πεις, για τη Σούλα να πεις, θα τα θυμηθείς;” 
Εγώ ένιωθα πολύ περήφανη που ήμουν το μόνο παιδί στη γειτονιά που τα κατάφερνε στον άθλο των αγορών και επιπροσθέτως τσίμπαγα πότε σοκολατάκι και πότε καραμελίτσες.
Το μπακάλικο του κυρ Βαγγέλη που ήταν στη γωνία, τρία σπίτια πιο κάτω από το δικό μου και απέναντι από την εκκλησία μας, φάνταζε στα μάτια μου σαν τον Διεθνή Οίκο του Εμπορίου που θα λέγαμε σήμερα.
Στεκόμουν και θαύμαζα τον απίστευτο πλούτο των εμπορευμάτων, δηλαδή τα σακιά με αλεύρι, φασόλια, φακές και ρύζια, στη σειρά το ένα δίπλα στο άλλο, άσπρα σαν τις βάρκες στο λιμάνι, τις νταμιτζάνες με κρασί και τσίπουρο, όλα προϊόντα της περιοχής μας, αλίπαστα και αγνά, μαζεμένα και ζυμωμένα από τους ανθρώπους του χωριού και του μόχθου. τις ρέγγες και τις λακέρδες, τις ελιές, το τουρσί, τα τυριά, δηλαδή τη φέτα και το κασέρι.
 Όσο ο κυρ Βαγγέλης, γέμιζε τις χάρτινες σακούλες, ζύγιζε και τις έδενε με λεπτό σκοινί για να μην ανοίξουν, το δικό μου το βλέμμα πετούσε στα ζαχαρωτά και στα λουκούμια και μου έτρεχαν τα σάλια για τις τόσες λιχουδιές που λίγοι τυχεροί είχαν το προνόμιο να δοκιμάζουν.
Στο μπακάλικο, το μανάβικο, στον φούρνο, είχα και τις κοινωνικές μου επαφές  με τους μαγαζάτορες και τις γειτόνισσες.
Αργότερα στη γειτονιά μου άνοιξε το μαγαζάκι του ο μαραγκός ο κυρ Αριστείδης.
 Η γειτονιά κρατούσε σειρά για να επισκευάσει ή να φτιάξει ντουλάπια κουζίνας, καινούργιες τραπεζαρίες και ό,τι μικρό ή μεγάλο έπιπλο έλειπε από το σπίτι.
 Ύστερα άνοιξε γαλακτοπωλείο, μετά μαγαζί με είδη προικός, σεντόνια, πετσέτες και τα λοιπά.
Με όλους είχαμε φιλικές ή απλά καλές σχέσεις, λέγαμε την καλημέρα και την κουβεντούλα μας, μπαίναμε στα μαγαζάκια τους τα ισόγεια και ήσυχα, μας εμπιστεύονταν, το ίδιο κι εμείς και κάπως έτσι πέρασαν τα χρόνια….
Και ήρθαν τα τωρινά.
Ένα προς ένα τα ισόγεια μαγαζάκια έκλεισαν, άνοιξαν αλυσίδες σούπερ μάρκετ με άγνωστους και απρόσωπους ταμίες, όπου ο καθένας ψωνίζει και φεύγει όπως μπήκε, σιωπηλός και μόνος, άνοιξαν πολυκαταστήματα οι διεθνείς φίρμες που διαθέτουν καφέ και εστιατόρια και ορόφους με περιττά εμπορεύματα που μας έμαθαν να τα θεωρούμε απαραίτητα, το βερεσέ έγινε πλαστικό δανεικό τραπεζικό χρήμα που βολεύει γιατί ψωνίζουμε ασύστολα χωρίς να έχουμε μία και μετά τρέχουμε στα ειδικά ριάλιτυ να τα συμμαζέψουμε, περιμένουμε στις ουρές των ταμείων και θέλουμε ώρες από τον άχρηστο όπως αποδεικνύεται χρόνο μας για ν’ αγοράσουμε δυο απορρυπαντικά.
Σε ένα από αυτά τα τέρατα βρέθηκα προ ημερών, σε ένα κρύο χαώδες παραγκοκατασκεύασμα μεγάλης εμπορικής αλυσίδας με κάποιες εκατοντάδες άλλους ταλαίπωρους που μπήκα στις έξη και χάθηκα στο δαιδαλώδες περιβάλλον.
Παράθυρο και φρέσκος αέρας πουθενά, ο δρόμος της επιστροφής λες και είχε εξαφανιστεί, εκεί μέσα έτσι και κάνεις το λάθος να περάσεις την είσοδο, καλό είναι να θεωρήσεις τον εαυτό σου εξ αρχής εγκλωβισμένο, αν όχι φυλακισμένο, για να μην έχεις την ψευδαίσθηση, όπως εγώ, πως μπορείς να δραπετεύσεις όποτε σου κάνει κέφι.
Όχι αγαπητοί μου. Το πανούργο μάρκετινγκ έχει μελετήσει τον τρόπο με τον οποίο θα εκβιάσει τη θέληση του υποψήφιου αγοραστή και θα οδηγήσει το χέρι του στην τσέπη. Στην προκειμένη περίπτωση υποχρεωτικά θα περάσεις από όλα, μα όλα τα προς πώλησιν είδη, θες δε θες.
Με έπιασε μια κλειστοφοβία, φαντάσου είπα να πιάσει φωτιά εδώ μέσα, αναζήτησα μια έξοδο, να βγω στην αυλή βρε αδερφέ να πάρω μια ανάσα.
Ανακάλυψα δυο-τρεις πόρτες κι εκεί που έσπευδα με ανακούφιση να τις ανοίξω, έπεφτα πάνω σε ταμπέλα. “Προσοχή-έξοδος κινδύνου-λειτουργεί συναγερμός”. Απομακρύνθηκα με τρόμο μην τυχόν κι αρχίσουν να σφυρίζουν οι σειρήνες. Περπάτησα αρκετά χιλιόμετρα σε κείνο το μπουντρούμι αναγκαστικά, ακολουθώντας τις ταμπέλες, πήγαινα όπου με πήγαιναν, στο δρόμο μου ξεφύτρωναν σαλόνια, κρεβατοκάμαρες και παιδικά δωμάτια, κουζίνες και μπάνια, χρήσιμα και άχρηστα μικρά και μεγάλα αντικείμενα.
Δεν μ’ ενδιέφερε τίποτε από αυτά, από περιέργεια πήγα κι εγώ να δω με τα μάτια μου αυτό το κατάστημα-πολιτεία που μου είχαν περιγράψει ως το όγδοο θαύμα.
Καλά να πάθεις, έλεγα στον εαυτό μου και αναζήτησα τουλάχιστο το εστιατόριο να πιω έναν καφέ που είχαν πρηστεί τα πόδια μου, είχα περπατήσει ήδη μιάμιση ώρα. Όταν το βρήκα στο τέλος του χάους, μου ξέφυγε ένα ουφ, καθώς διέκρινα και μια πολυπόθητη πόρτα που ανοιγόκλεινε και σκέφτηκα πως επί τέλους βρήκα την έξοδο και το δρόμο προς την ελευθερία.
Ήπια τον καφέ μου με σαρδόνιο χαμόγελο που θα δραπέτευα και όρμηξα προς την πόρτα αλλά φευ!
Η πόρτα οδηγούσε σε περιφραγμένο χώρο, λες και υπήρχε φόβος να το σκάσουν τα γουρούνια που προοριζόταν για τους καπνιστές.
Ψάχνοντας από δω κι από κει, έμαθα πως για να οδηγηθώ στην έξοδο, έπρεπε να γυρίσω πίσω, να διασχίσω πάλι τα χιλιόμετρα από άλλον όμως δαιδαλώδη διάδρομο, όπου λειτουργούσε έκθεση διαφορετικών εμπορευμάτων του καταστήματος.
Τι να έκανα, χόρεψα όπως μου λάλησε η… αλυσίδα.
Μετά από άλλη μιάμιση ώρα βρέθηκα στην έξοδο…
Με το που πάτησα το πόδι μου σε… ελεύθερο έδαφος, πρώτον ορκίστηκα να πάψω να είμαι περίεργη, δεύτερον συγχάρηκα τον εαυτό μου που αντιστάθηκε στο ξόδεμα έστω και ενός Ευρώ, έτσι για να τους εκδικηθώ για την ταλαιπωρία και τρίτον προσπαθώ ακόμα να εντοπίσω τον σατανικό εγκέφαλο που συνέλαβε έναν τέτοιο πανούργο σχεδιασμό.
Μου πήρε ένα 24ωρο να συνέλθω και να πεισθώ πως δεν ήμουν ένα από τα θύματα του Μινώταυρου.
Τώρα είμαι σίγουρη πως ο Δαίδαλος έχασε το προνόμιο κατασκευής λαβύρινθου, από τους κατασκευαστές του σύγχρονου καταστήματος της μεγάλης αλυσίδας.
Και στις δύο περιπτώσεις πάντως υπήρχε κάποιος σκοπός.
Για τον σύγχρονο λαβύρινθο ένα είναι σίγουρο.
Κατασκευάστηκε στο όνομα του κέρδους με το δικαίωμα που δίνει η ευπιστία αλλά και η απληστία του σημερινού υπερκαταναλωτικού όντος που λέγεται… άνθρωπος…  


Πέμπτη, Οκτωβρίου 15, 2009

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να σκοτώσεις


Δυνατές σουβλιές τρυπούσαν το κεφάλι της, το στομάχι της είχε ανέβει στο στόμα, τα πόδια της δεν την κρατούσαν, δεν μπορούσε να καταπιεί, να μιλήσει, να σκεφτεί. Τίποτε, όλα χάθηκαν.
Εκείνος που της υπόσχονταν αιώνια αγάπη και κείνη τον πίστευε, εκείνος που της έλεγε πως στα μάτια της έβλεπε τον παράδεισο, εκείνος που μαζί του πέρασε λατρεμένες στιγμές, εκείνος λάκισε ξαφνικά.
Έτσι ακριβώς ήταν, λάκισε! Αν και δεν γνωρίζω την ετυμολογία της λέξης, μπορώ να σας διαβεβαιώσω πως είναι η μόνη που ταιριάζει στην συγκεκριμένη περίπτωση.
Έπαθε σοκ. Όταν μπορούσε να σκεφτεί αναρωτιόταν πώς μπόρεσε να της κάνει κάτι τέτοιο, ήταν αδιανόητο, παράλογο.
Σταμάτησε να δουλεύει, κλείστηκε σπίτι, έκλαιγε, κοιμόταν, ξυπνούσε, τίποτε! Δεν ξεθύμαινε με τίποτα.
Μέχρι εκείνο το σωτήριο βράδυ που αποκαμωμένη ξάπλωσε ανάσκελα με τα χέρια πίσω από το κεφάλι και τα μάτια στο ταβάνι και ένιωσε την καρδιά της να φουντώνει από αγανάκτηση, η αγάπη έγινε μίσος, το μίσος έδωσε στο μυαλό της ανάποδες στροφές.
Όχι κύριε, δεν θα καθόταν να κλαίει βδομάδες για τον άπιστο. Αυτό έπρεπε να γίνει. Μόνον έτσι θα ησύχαζε από την ανάμνησή του.
Μόνο αν τον έβλεπε νεκρό!
Μήπως εκείνος δεν την άφησε νεκρή φεύγοντας;
Η σκέψη της προκάλεσε μια ευφορία που είχε βδομάδες να νιώσει Σηκώθηκε, έβαλε ποτό, άναψε τσιγάρο και κάθισε να το σκεφτεί.
Νεκρό, τον ήθελε νεκρό, αλλά πώς; Με ποιον τρόπο σκοτώνεις τους άπιστους;
Στο μυαλό της ερχόταν εικόνες από σκηνές δολοφονίας στα διάφορα θρίλερ που παρακολουθούσε μικρή μαζί με την αδελφή της κι ύστερα μάλωναν για το ποια μάντεψε σωστά το ακριβές σχέδιο.
Να τον έκλεινε στο μπαούλο και να τον πετούσε στη λίμνη, δεν υπήρχε λίμνη στην πόλη τους, υπήρχε όμως ποτάμι. Να του έδινε ραντεβού στο χασάπικο της γειτονιάς και να τον κλείδωνε στο ψυγείο πίσω από τα σφαχτά, πώς να έπειθε τον χασάπη να της δώσει τα κλειδιά; Να τον καλούσε στο εξοχικό της και να τον γκρέμιζε στη θάλασσα από τον πιο ψηλό βράχο, δεν υπήρχαν βράχια εκεί γύρω, αλλά ούτε εξοχικό είχε. Θυμήθηκε τα σχέδια δολοφονίας της Αγκάθα Κρίστι, ήταν λίγο περίπλοκα,
Καλύτερα να σκεφτόταν κάτι δικό της.
Ναι μωρέ, θα τον περίμενε στη γωνία μια παγωμένη νύχτα που θα γυρνούσε σπίτι του, θα τον πυροβολούσε εξ επαφής τρεις φορές για σιγουριά και...ναι, αλλά δεν είχε όπλο. Πού βρίσκεις αλήθεια ένα πιστόλι; Ας σχεδίαζε τις λεπτομέρειες και για το πιστόλι, κάτι θα σκεφτόταν. Θα ντυνόταν στα μαύρα για να χαθεί μέσα στη νύχτα, θα φορούσε σκούφο και μαύρα γυαλιά, και στρωτά παπούτσια για να τρέξει μακριά από τον τόπο του εγκλήματος, Δεν άντεχε τη φυλακή.
Μήπως ήταν καλύτερα ν’ αναθέσει σε επαγγελματία δολοφόνο την εκτέλεσή του; Με ποιο τρόπο έρχεται σ’ επαφή κανείς μ’ αυτούς; Και αν την πρόδιδαν μετά οι άθλιοι; Είναι να τους έχεις εμπιστοσύνη;
Μια μικρή δολιοφθορά στο αυτοκίνητό του ήταν ίσως το καλύτερο. Θα πήγαινε από αυτοκινητιστικό, η πιο αθώα δολοφονία. Θα μάθαινε τις λεπτομέρειες από τον δολοφόνο της Αγκάθα. Αρκεί να της έλεγε και από πού ανοίγει το καπό.
Μπορεί και να τον καλούσε σπίτι για καφέ, τάχα πως ήθελε να του μιλήσει για τελευταία φορά και να του έριχνε δηλητήριο, ή θα τον παρακαλούσε να της φτιάξει την πρίζα και στην κατάλληλη στιγμή θα άνοιγε τον κεντρικό διακόπτη. Σ’ αυτή την περίπτωση ήταν κάπως δύσκολο να ξεφορτωθεί το πτώμα.
Καλά, δεν υπήρχε βία, τώρα που πήρε την απόφαση θα εύρισκε και τον τρόπο.
Απόψε, για πρώτη φορά μετά από βδομάδες, ο ύπνος της ήταν ελαφρύς και τα όνειρα της ήρεμα και γλυκά.

Η εκκλησία δεν είχε κόσμο. Ο μακαρίτης είχε γνωστούς αλλά δεν είχε φίλους, ούτε κοινωνικές σχέσεις αρκετά δυνατές ώστε να διαθέσουν χρόνο για την κηδεία του.
Στην πρώτη σειρά οι στενοί συγγενείς και η πρώην με την οποία δεν είχε προλάβει να πάρει διαζύγιο, βαρυπενθούσα χήρα να κλαίει και να οδύρεται για τον θησαυρό που έχασε. Πέντε-έξη στεφάνια, στον αγαπημένο μας αδελφό και θείο, στον αγαπητό μας κουμπάρο και άλλα τέτοια.
Εκείνη ντύθηκε ήρεμα, τηλεφώνησε σε κάποιον φίλο να τη συνοδέψει και έφτασε στην εκκλησία αφού είχε αρχίσει η τελετή.
Στάθηκε πίσω. Γύρω της άκουγε ψιθυριστές απορίες. Μα πώς τόπαθε, βρε για δες μια χαρά άντρας, ψεύτρα ζωή, κοίτα παιδί μου αυτός που έλεγε πως θα μας θάψει όλους, αχ αχ, το σαράβαλο τη γυναίκα του περίμενε, αυτός πάει, όχι που νόμιζε πως θα της τάτρωγε, νάτην τώρα που θα φάει και τα δικά του.
Εκείνης της ερχόταν να λιποθυμήσει. Πίσω από τα μαύρα γυαλιά τα μάτια της ήταν πρησμένα, άλλο αν μέσα της ένιωθε ικανοποίηση. Το πρώτο για όσα έζησαν μαζί, το δεύτερο για όσα της έκανε.
Η νεκρώσιμη ακολουθία τέλειωσε. Ο κόσμος πήγε να χαιρετήσει και να συλλυπηθεί τη χαροκαμένη. Εκείνη πέρασε στο τέλος. Του έδωσε τον τελευταία ασπασμό και του ψιθύρισε. «Τελικά με παράτησες., τι κατάλαβες;» Εκείνος άσχημος, χλωμός, δεν της απάντησε τι είχε καταλάβει.
Απομακρύνθηκε χωρίς φυσικά να συλλυπηθεί τη χήρα. Η χήρα του ήταν η ίδια στην πραγματικότητα. Δεν έδωσε σημασία στις βρισιές που εκτόξευε η άλλη εναντίον της . «μπιπ, μπιπ… αντροχωρίστρα, μου τον έφαγες και τέτοια.» Βγήκε από την εκκλησία πολύ πιο ήρεμη από πριν.
Κανείς, ποτέ, δεν θα μάθαινε τον δολοφόνο!

Κυριακή πρωί. Η ζέστη είχε αρχίσει να την ταλαιπωρεί. Στριφογύριζε στο κρεβάτι της χωρίς ν’ αποφασίζει να σηκωθεί.
Την ανάγκασε να το κάνει το τηλέφωνο.
- Εμπρός....
- Τι κάνεις αγάπη μου! Εγώ είμαι...
Μιλούσε περιχαρής εκείνος που κάποτε αγαπούσε και λάκισε κι εκείνη περίμενε μέρες και βδομάδες να της τηλεφωνήσει χαμένη στην απελπισία της. Ποιος ξέρει τώρα πως τούρθε!!
Η φωνή του δεν της έλεγε τίποτε.
Σήκωσε το κεφάλι της και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Μια χαρά κούκλα ήταν! Τι δουλειά είχε αυτή με τους νεκρούς; Θυμήθηκε τα λόγια της θείας Σούλας όταν την κατηγορούσαν που ξαναπαντρεύτηκε ένα χρόνο μετά τον θάνατο του άντρα της. «Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους»
Επιστράτευσε τις υποκριτικές της ικανότητες που της είχαν μείνει από την εποχή του σχολείου, τότε που έπαιξε την κορυφαία στην «Ηλέκτρα» και είπε με λυγμό.
-Ωιμέ! Αναστήθηκες εσύ! Μια βδομάδα πριν σε κήδεψα. Ξέρεις τι φασαρία έκανα εγώ για το φόνο σου;
Άντε στον αγύριστο ξανά λοιπόν!


























.