Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Του ανθρώπου τα παράξενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Του ανθρώπου τα παράξενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, Ιανουαρίου 16, 2010

Ευτυχούντων άπαντες φίλοι...

Θυμάμαι ένα κάτασπρο σπίτι, ελαφρώς υπερυψωμένο και μια πολύχρωμη αυλή με κυρίαρχο το έντονο πράσινο και κόκκινο.
Γλάστρες, φυτά, κάθε λογής λουλούδια και στη μικρή βεράντα σε μια βαθιά πολυθρόνα την κυρία Σέβη.
Μια γηραιά κυρά κι αρχόντισσα σε άλλες εποχές που τάφερε η τύχη και έμεινε χωρίς έναν δικό της, με συντροφιά την άσπρη γάτα της και την ανθισμένη αυλή της..
Τις ζεστές μέρες λιάζονταν μαζί με τα λουλούδια της και περίμενε την καλημέρα των περαστικών. Στο "πώς είσαι σήμερα κυρία Σέβη", απαντούσε με ρητά και παροιμίες και σου κάρφωνε την καρδιά. Ένα από αυτά μου τριβελίζει χρόνια τώρα το μυαλό.
Αχ παιδί μου, ευτυχούντων άπαντες φίλοι, δυστυχούντων μηδέ κι αυτοί οι γεννήτορες…
Αφήστε με να σας εξομολογηθώ…
 Είχα μέρες ν’ ανοίξω τις σελίδες των φίλων σ’ αυτό εδώ το μαραφέτι και χθες το βράδυ που το έκανα, θέλω να πω ότι έπαθα ένα σοκ.
 Ήταν πολλά που είχα χάσει, ένιωσα μικρή και χαμένη στο πέλαγος των συναισθημάτων σας, των προβληματισμών σας και των προβλημάτων της καθημερινότητας.
Συνειδητοποίησα πως ο άνθρωπος είναι πιο δυνατός από το απρόσωπο μηχάνημα, πως μπορεί να του δώσει ψυχή, φιλότιμο, να στείλει αγάπη, συμπαράσταση.
Αναθεώρησα τις απόψεις μου για το απρόσωπο διαδίκτυο, κατάλαβα πως είναι στο χέρι μας να το στρέψουμε υπέρ μας και όχι εναντίον μας.

Στον ύπνο μου μίλησα με την κυρία Σέβη, της είπα πως το ρητό της μπορούμε να το αντιστρέψουμε, να το πούμε αλλιώς.

Ευτυχούντων και δυστυχούντων άπαντες φίλοι…

Αφιερωμένο με αγάπη σε όλους εσάς που νιώθω φίλους, μέσα από τις αναγνώσεις...




Κυριακή, Δεκεμβρίου 06, 2009

Σε έναν αλλιώτικο Αη-Βασίλη


Aη Βασίλη μου σε χαιρετώ και σε καλωσορίζω και τούτα τα Χριστούγεννα στον κόσμο μου και στην καρδιά μου.
Όχι, μην τρομάζεις, δεν θα σου ζητήσω ακριβά δώρα ούτε ταξίδια και άλλα παρόμοια, άλλωστε και τα προηγούμενα χρόνια που σου τα ζήτησα δεν είδα να μου τα φέρνεις, γιατί να κουραζόμαστε με τα ίδια και τα ίδια;
Ναι, ναι καταλαβαίνω έχεις δίκιο, μας βαρέθηκες κι εμάς τους ανθρώπους, όλο ζητάμε και δε λέμε να δώσουμε κατιτίς στον διπλανό μας, ποιον διπλανό μας δηλαδή, εδώ δε δίνουμε νερό στον άγγελό μας.
Φέτος έχω μεγαλώσει Αη Βασίλη μου, το κατάλαβα από την όρεξη που μου κόπηκε για τα δωράκια σου, αλλά συγνώμη κιόλας, μήπως μπορώ να ζητήσω κάτι αλλιώτικο;

Χωρίς παρεξήγηση καλέ μου παππούλη, έχω διαπιστώσει πως βαριέσαι να διαβάσεις όλα τα γράμματα, ή μάλλον προτιμάς να διαβάζεις τα γράμματα των ίδιων αλληλογράφων σου κάθε χρόνο. Πώς αλλιώς να εξηγήσω ότι στον κυρ Βαγγέλη δεν έφερες το σπιτάκι που σου ζητάει εδώ και χρόνια για τα τέσσερα παιδάκια του, ενώ στον κύριο Αρίστο φέρνεις κάθε χρόνο και από ένα σπιτάκι-διαμερισματάρα και ας έχει ένα παιδάκι;
Και γιατί στη δεσποινίδα Καλλιόπη δεν έχεις κάνει δώρο ούτε έναν γαμπρό, τη στιγμή που στην κυρία Λιλίκα έστειλες τρεις και άλλους τρεις από το παράθυρο, τι γράμματα σου γράφει τέλος πάντων αυτή; Τα mail που σου στέλνει το παλικάρι στη γωνία που δουλεύει από το πρωί μέχρι τις δώδεκα τη νύχτα, πάνε τρία χρόνια τώρα και σου ζητά μια δουλειά με ένσημα, τι έγιναν, τα διέγραψες κατά λάθος μήπως;
Με το συμπάθειο δηλαδή, αλλά πώς έγινε και στον τεμπέλη το γιο της κυρά Βάσως έφερες δουλειά στο δημόσιο και τώρα κάθεται σε τρεις καρέκλες μαζί… (παρεμπιπτόντως αυτό το δημόσιο τέτοιους σου ζητάει να του φέρεις;)
Να μην ξεχάσω να σου πω για κείνους που άδειασαν τα ταμεία και τώρα τα γεμίζουν με τις συντάξεις, να έχεις το νου σου μη σου ζητήσουν και την ψυχή του κοσμάκη και τους τη δώσεις…
Και μια που τα λέμε και δεν έχεις αντίρρηση, το λίφτιγκ που παράγγειλε πέρσι και πρόπερσι η Αγορίτσα που έχει κρεμάσει το μούτρο της σαν φούστα πλισέ στο μανταλάκι, δεν της το έστειλες ακόμη, ή μήπως λάθεψες και έστειλες τέσσερα μαζί σε κείνη την αγγούρω την ξανθιά;

Το αλλιώτικο που σου ζητάω φέτος Αη-Βασίλη των παιδικών μου χρόνων που ακόμα σε συναντώ στα όνειρά μου, είναι να διαβάζεις όλα ανεξαιρέτως τα γράμματα και όλα τα μηνύματα και καλά το λίφτ της Αγορίτσας, μου ξέφυγε πάνω στη φόρα, αλλά σ’ εκείνα τα παιδιά που λιμοκτονούν μην ξεχάσεις να χαρίσεις ένα κομμάτι ψωμί, στα άλλα που κακοποιούνται να φέρεις τη γαλήνη και θυμήσου οπωσδήποτε φέτος να πάρεις μαζί σου την Ειρήνη …



Πέμπτη, Νοεμβρίου 12, 2009

Και μένα, ποιός θα μου λέει τώρα παραμύθια;


           Αγαπημένο μου ημερολόγιο,
           Η ώρα είναι πέντε το απόγευμα και κανονικά αυτή την ώρα έχω Αγγλικά αλλά σήμερα δεν θα πάω.
           Είπα στη μαμά πως πονάει η κοιλιά μου, αλλά σε σένα θα πω όλη την αλήθεια.
           Δεν θέλω να πάω πουθενά σήμερα ούτε να διαβάσω θέλω, γιατί είμαι στεναχωρημένη.
           Η γιαγιά μου πριν από ένα μήνα έπαθε εγκεφαλικό, δεν μπορούσε να μιλήσει καλά, ούτε να σηκώσει το δεξί χέρι και πόδι. και την πήγαμε στο νοσοκομείο.
           Μετά έγινε καλύτερα και ξαναήρθε στο σπίτι μας.
           Τη γιαγιά μου την αγαπώ πολύ κι εκείνη με αγαπάει, λέει μάλιστα πως με αγαπάει δυο φορές περισσότερο από το δικό της παιδί, δηλαδή το μπαμπά μου.
           Με τη γιαγιά είμαστε μαζί, από το πρωί μέχρι το βράδυ γιατί οι γονείς μου δουλεύουν μέχρι τις πέντε και το βράδυ βγαίνουν με τους φίλους τους.
           Μαγειρεύει τα φαγητά που μου αρέσουν, φτιάχνουμε μαζί τυροκούλουρα και λουκουμάδες, μερικές φορές τραγουδάμε και ράβουμε κούκλες από πανί που τις έχω στο δωμάτιό μου.
           Μου λέει και ωραία παραμύθια γιατί εμένα μου αρέσουν πολύ τα παραμύθια κι ας είμαι στην Ε΄ Δημοτικού.
           Δηλαδή αυτά τα κάναμε πριν αρρωστήσει, τώρα δεν μπορεί, μιλάει λίγο σαν τον αδελφό της Kικής που πάει στον παιδικό σταθμό, αλλά αυτό δε με νοιάζει, εγώ καταλαβαίνω όταν ζητάει νερό, ή όταν θέλει να με αγκαλιάσει.
           Της λέω να μη στεναχωριέται κι εγώ θα τη βοηθήσω να γίνει καλά, στην προσευχή μου μόνον αυτό παρακαλάω.
           Από τότε που η γιαγιά μου έπαθε αυτό το εγκεφαλικό, στο σπίτι μας έρχεται μια ξένη χοντρή κυρία που όλο φωνάζει. Δεν με αφήνει να καθίσω στο κρεβάτι της, ούτε να τη χαϊδέψω, ούτε να της μιλήσω, ούτε να τη βοηθήσω να φάει κι εγώ δεν τη χωνεύω.
           Χθες το βράδυ η μαμά μου είπε πως αυτή η ξένη δεν θα ξαναέρχονταν στο σπίτι μας και γύρισα από το σχολείο πολύ χαρούμενη που θα καθόμουνα στο δωμάτιο της γιαγιάκας μου όσο ήθελα.
            Το μεσημέρι που γύρισα όμως, δεν βρήκα στο σπίτι ούτε τη γιαγιά μου.
            Ο μπαμπάς είπε πως από δω και πέρα θα μένει κάπου αλλού, σε κάποιο μέρος που φροντίζουν τους ανθρώπους όταν αρρωσταίνουν.
            Εγώ όμως φοβάμαι, μπορεί να φοβάται κι εκείνη τώρα που είναι μόνη της.
            Και αυτό το μέρος είναι μακριά, πώς να της λέω “γιαγιά μου σ’ αγαπώ”.  
            Και μένα; Ποιός θα μου λέει τώρα παραμύθια;



Παρασκευή, Οκτωβρίου 30, 2009

Στη μέση του δρόμου... με τα κόκκινα μήλα


                 Στη μέση του μεγάλου δρόμου στη νησίδα στεκόταν.
                 Γύρω στα ογδόντα ήταν, αδύνατος και σκυφτός, στηριγμένος με το αριστερό του χέρι στην κολώνα φωτισμού.
Στο δεξί του κρατούσε μια άσπρη πλαστική σακούλα με τέσσερα-πέντε κόκκινα μήλα.
                 Περίμενε να γίνει το απέναντι φανάρι πράσινο για να διασχίσει το επόμενο μισό του δρόμου.
                 Δίπλα του δυο ακόμα νεαρά άτομα.
                 Στον απέναντι κάθετο που τα φανάρια είναι έτσι ρυθμισμένα ώστε να περνούν αυτοκίνητα και πεζοί από τις δύο απέναντι πλευρές, ένα κατακόκκινο Fiat με τη μουσική να ξεσχίζει τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα για να σπάσει προφανώς την πλήξη του οδηγού, περίμενε κι εκείνο να πρασινίσει το φανάρι.
                 Το φανάρι έδειξε το πράσινο ανθρωπάκι, ο ηλικιωμένος ακούμπησε το πόδι του στο οδόστρωμα, κοίταξε απέναντι και δεξιά, βεβαιώθηκε πως ήταν ελεύθερο από οχήματα και συνέχισε να περπατά προς το απέναντι πεζοδρόμιο, μαζί του και οι άλλοι δυο.
                 Κι εκεί που κανείς δεν το περίμενε, ο οδηγός του θορυβώδους κατακόκκινου όρμηξε με τις ρόδες να στριγγλίζουν από το μαρσάρισμα, ξαφνικά και απροειδοποίητα δεξιά, δίχως ν’ ανάψει το φλας κατεύθυνσης.
                 Τα δύο νεαρά άτομα, έτρεξαν μπροστά και γλύτωσαν από του χάρου τα δόντια.
                 Τα πόδια του γεράκου αρνήθηκαν να τον βοηθήσουν, ίσως και το ταλαιπωρημένο από τα χρόνια και τις κακουχίες μυαλό του, κοκάλωσε στη μέση του δρόμου, μετατράπηκε σε ένα κουβάρι και πετάχτηκε σα να ήταν τόπι ξεφούσκωτο δέκα μέτρα μακριά.
                 Τα κόκκινα μήλα σκορπίστηκαν βιαστικά στη μέση του δρόμου, ώσπου σοκαρισμένα κατέληξαν στις άκρες των πεζοδρομίων, εκτός από ένα που σαν για συμπαράσταση κύλησε και στάθηκε δίπλα στο χτυπημένο ανθρώπινο κορμί.
                 Το ανατριχιαστικό φρενάρισμα ακούστηκε μεταχρονισμένα και ο πανικός που ακολούθησε έδειξε για άλλη μια φορά τα κατορθώματα της ανθρώπινης αδιαφορίας και ανευθυνότητας
                 Εκείνο το μεσημέρι η γειτόνισσά μου η κυρά Ματίνα, περίμενε για μισή ώρα ακόμα τον κυρ Βαγγέλη της, τον άντρα που έζησε μαζί του πενήντα τρία χρόνια, να γυρίσει από το καφενείο.
                 Έκοβε σαλάτα και δόξαζε το θεό που τους άφησε να γεράσουν μαζί, να δουν τα εγγόνια τους να μεγαλώνουν, ν’ απολαμβάνουν τα ηλιόλουστα πρωϊνά στο πάρκο, να χαίρονται με τα παιδιά τους τις μεγάλες γιορτές κι ας ήταν μακριά
                 Ύστερα ανησύχησε και βγήκε να τον ψάξει, την ώρα της μεσημεριανής επιστροφής την τηρούσε ευλαβικά ο κυρ Βαγγέλης.
                  Μία και μισή ακριβώς έβαζαν τραπέζι.
                  Ποιός να της το πει; Πώς να της το πει;