Κυριακή, Μαΐου 12, 2013

Κόρη, μάνα και γιαγιά... Στη ζωή χρόνια πολλά!





        


    Μια φορά κι έναν καιρό - άραγε μόνο τότε- μία από τις τόσες μάνες, γέννησε  πέντε γιους. Μόλις γεννήθηκε ο πρώτος, ο πατέρας είχε χαρά μεγάλη που το όνομά του  θα συνέχιζε και η δική της μάνα, της είπε.
«Αχ κόρη μου, της καλομάνας το παιδί το πρώτο νάν’ κορίτσι»
Γεννήθηκε και ο δεύτερος γιος και ο πατέρας ήταν πολύ περήφανος που γεννούσε αρσενικά. Η δική της μάνα, είπε πάλι.
«Αχ κόρη μου, δύσκολο δρόμο έχεις».
Το ίδιο έγινε και στους άλλους τρεις γιους και η μάνα της είπε πάλι.
«Αχ κόρη μου, ποιος θα σε κοιτάξει στα γεράματα»
Η μάνα με τους πέντε γιους ξυπνούσε χαράματα και κοιμόταν μεσάνυχτα για να τα βγάλει πέρα, κι όλη μέρα από το πλυσταριό στην κουζίνα.
Στον κήπο γύρω από το σπίτι είχε βάλει περβόλι και κότες και δυο κατσίκες, πώς να ταϊστούν τόσα στόματα. Ο άντρας της σαν είδε πως δεν τα έβγαζε πέρα, έφυγε να δουλέψει μακριά. Γύριζε σπίτι μια φορά το χρόνο και πολύ χαιρόταν που οι γιοι του μεγάλωναν.
Πότε έτσι πότε αλλιώς, η μάνα χήρεψε, οι γιοι μεγάλωσαν,  και μια μέρα λέει ο πρώτος γιος.
            -Μάνα, ήρθε η ώρα να κάνω τη δικιά μου οικογένεια. Θα παντρευτώ ένα καλό κορίτσι, μόνο που μένει πολύ μακριά κι εγώ θα την ακολουθήσω στον τόπο της. Εσύ μη στεναχωριέσαι, έχεις τους άλλους εδώ.
            -Κοίτα τη ζωή σου παιδάκι μου, αρκεί να είσαι καλά και μη στεναχωριέσαι για μένα, είπε η μάνα και του έδωσε την ευχή της.
Έφυγε ο μεγάλος γιος και ήρθε η σειρά του δεύτερου που ήταν σπουδαγμένος.
            -Μάνα, λέει μια μέρα, για να προκόψω πρέπει να πάω στην πρωτεύουσα, εδώ δεν έχει δουλειές. Εσύ όμως μη στεναχωριέσαι, έχεις τους άλλους εδώ.
            -Να πας παιδάκι μου και μη στεναχωριέσαι για μένα, εσύ να είσαι καλά. Έδωσε και στον δεύτερο την ευχή της και τον αποχαιρέτησε.
            Σε λίγο καιρό έρχεται ο τρίτος και της λέει.
            -Μάνα, από τότε που κατάλαβα τον κόσμο, ένα όνειρο έχω. Να πάω να ζήσω στην Αμερική. Εκεί υπάρχουν πολλές ευκαιρίες για τους δουλευταράδες, να κάνω κι εγώ την τύχη μου.
            -Μακριά είναι η Αμερική παιδάκι μου αλλά να πας άμα αυτό είναι το όνειρό σου. Κοίτα να προκόψεις, να έχεις την ευχή μου.
Έφυγε και ο τρίτος και έρχεται ο τέταρτος.
            -Μάνα, λέει, εγώ δεν μπορώ να μείνω στο χωριό. Θέλω να ταξιδέψω στις θάλασσες να γνωρίσω τον κόσμο. Σε ένα μήνα θα μπαρκάρω, αλλά εσύ μη στεναχωριέσαι, θα έχεις τον μικρό να σε φροντίζει.
            -Επικίνδυνες οι θάλασσες παιδάκι μου, αλλά άμα τις αγαπάς τόσο πολύ, ώρα σου καλή, μη νοιάζεσαι για μένα.
            Έμεινε σπίτι η μάνα με τον μικρό γιο και όσο νάναι την έπιασε η στεναχώρια. Από κει που ήταν πέντε, τάρα είχε μόνο τον ένα. Ώσπου ένα πρωί ακούει και τον μικρό να της λέει.
            -Βρε μάνα, τι να κάνω εγώ εδώ πέρα μοναχός μου, να δουλεύω στα χωράφια;  Εμένα μου αρέσουν άλλα πράγματα. Θέλω να γίνω  καλλιτέχνης, να με γνωρίσει ο κόσμος και να δοξαστώ. Εσύ όμως μη στεναχωριέσαι. Θα πάω και μόλις τα καταφέρω θα γυρίσω να σε πάρω. Να φύγεις κι εσύ από το χωριό να δεις πώς ζει ο κόσμος. 
            -Καλά βρε παιδάκι μου, είπε η μάνα λυπημένη, αφού άλλα θέλεις, πώς να σε κρατήσω με το ζόρι. Πήγαινε στο καλό και έλα πότε-πότε να σε βλέπω που είσαι και το στερνοπούλι μου.
            Φεύγει κι ο τελευταίος γιος και μένει η μάνα μοναχή στο σπίτι. Κάθε πρωί που ξυπνούσε και κάθε βράδυ που κοιμόταν, περνούσε από τα κρεβάτια των γιων, φιλούσε τα μαξιλάρια και παρακαλούσε το θεό να τους έχει καλά. Φρόντιζε το περβόλι και τις κότες και σαν σουρούπωνε και ήταν ο καιρός καλός, έπαιρνε το καρεκλάκι και καθόταν στο κατώφλι να χαζεύει το δρόμο και να λέει καμιά κουβέντα με τις γειτόνισσες.
            Ήρθε χειμώνας, ήρθαν και Χριστούγεννα και τούτα τα Χριστούγεννα ήταν τα πρώτα που η μάνα με τους πέντε γιους, δεν είχε σπίτι ούτε έναν. Στέλνει μήνυμα στον μεγάλο που παντρεύτηκε μακριά.
            -Έλα να σε δω παιδάκι μου, να δω και τα εγγόνια μου, να σφάξουμε και τα δυο κοκόρια που έχω στην αυλή.
            -Σώπα ρε μάνα, τι να κάνουμε Χριστουγεννιάτικα στο χωριό, θα έρθω το Πάσχα.
Στέλνει μήνυμα στον δεύτερο.
            -Έλα να σε δω παιδάκι μου που σε πεθύμησα, θα σφάξω και τον κόκορα να σου φτιάξω τη σούπα που σου άρεσε.
            -Αχ μάνα νάξερες τι δουλειές έχω εδώ, δεν με συμφέρει να φύγω αυτή την εποχή.
Ο τρίτος ήταν στην Αμερική, ο τέταρτος ήταν στα καράβια, στέλνει μήνυμα στον τελευταίο.
            -Έλα να σε δω παιδάκι μου που έχω τόσο καιρό. Κρίμα να σφάξω το κοκόρι για μένα μόνο.
            -Μάνα, ούτε να το σκέφτεσαι. Τώρα τα Χριστούγεννα δουλεύουμε εμείς οι καλλιτέχνες.
            Πάνε τα Χριστούγεννα, πάει και το Πάσχα, οι γιοι δεν φάνηκαν και πέρασαν τα χρόνια κι αρρώστησε η μάνα κι ήθελε φροντίδα. Στέλνουν μήνυμα οι γείτονες στους γιους.
            Παίρνει το μήνυμα ο πρώτος και ειδοποιεί τον δεύτερο να πάει στο χωριό, γιατί εκείνος είχε οικογένεια και πολλές υποχρεώσεις.
            Παίρνει το μήνυμα ο δεύτερος και ειδοποιεί τον τρίτο γιατί εκείνος ήταν επιστήμονας και είχε σπουδαίες δουλειές να κάνει.
            Παίρνει το μήνυμα ο τρίτος και ειδοποιεί τον τέταρτο, γιατί ήταν μεγάλο το ταξίδι  από την Αμερική.
            Παίρνει το μήνυμα ο τέταρτος και ειδοποιεί τον πέμπτο γιατί το καράβι του έπιασε λιμάνι μακρινό.
            Παίρνει το μήνυμα ο πέμπτος, αλλά αφηρημένος καθότι καλλιτέχνης το πέταξε χωρίς να το διαβάσει.
            Και περιμένει ακόμα η μάνα με τους πέντε γιους και κάθεται και σκέφτεται πόσο εύκολο είναι για μια μάνα να φροντίσει πέντε παιδιά και πόσο δύσκολο είναι  πέντε παιδιά να φροντίσουν μία μάνα.
            

Από τη σειρά "Τα παραμύθια δεν είναι παίξε-γέλασε"




Κυριακή, Μαρτίου 31, 2013

Πάσχοντες από το Σύνδρομο της Στοκχόλμης;








Εδώ και μέρες σκεφτόμουν να γράψω κάτι σχετικά με το θέμα του τίτλου. 
Απόψε το αποφάσισα και ω του θαύματος, ανακάλυψα διαβάζοντας πως το είπε ο Nigel Farage και το δημοσίευσε το Ποντίκι μόλις σήμερα. 
"Οι Έλληνες πάσχουν από το Σύνδρομο της Στοκχόλμης", είπε. 
Τι να κάνουμε, η μοίρα των αναποφάσιστων, παρηγόρησα τον εαυτό μου και περιορίζομαι στο να παραθέσω ένα κομμάτι από το... επιστημονικής αξίας γραπτό μου, με τις ... παρενέργειες του συνδρόμου.



...Το θύμα ζει όπως αυτό που λένε "άσ' τον τρελό στην τρέλα του" και το απολαμβάνει, αρνούμενος να δει την αθλιότητα της κατάστασής του. Τις σπάνιες φορές που του το θυμίζουν, έχει την εντύπωση ότι είναι ένας εφιάλτης που θα περάσει μόλις ξυπνήσει. Άλλες φορές πάλι ονειρεύεται με τα μάτια ανοιχτά, πως κάποιος μάγος, μια καλή νεράιδα θα τον σώσει, είτε το Σύμπαν θα συνωμοτήσει- κάτι ξέρει ο Κοέλιο-διότι ΑΥΤΟΣ είναι κάτι εξαιρετικό και δεν του αξίζει να υποφέρει. 
Μπορεί μάλιστα ν' αγαπήσει τον θύτη του τόσο που να του λείπει το βασανιστήριο να τον δικαιολογεί παντοιοτρόπως, όπως π.χ. -τι να κάνει ο καημένος, να με σώσει προσπαθεί, ας όψεται ο τάδε- και να συνεχίσει σφιχταγκαλιασμένος μαζί του, διότι τι θα κάνουμε χωρίς βαρβάρους, μέχρι ο άλλος να τον μασήσει και να τον καταπιεί... 

Καλό ξημέρωμα στο θύμα και καλή του χώνεψη του θύτη...
 Αυτά!


 

Τρίτη, Μαρτίου 05, 2013

OΛΑ... ΟΛΑ... Εδώ πληρώνονται!









Όλα στον μπαμπά...
Όλα στη μαμά...

Και εις ανώτερα βρε!

Όλα εδώ πληρώνονται...
Στην κοινωνία που διαμορφώνουμε...

Παρασκευή, Μαρτίου 01, 2013

Ξεχειλίζει η οργή... Ε και λοιπόν; Ποιός υπεύθυνος χ@@@@@ε;






http://www.press-a.gr/localnews/item/4674.html

"Ξεχειλίζει η οργή...
Γροθιά στο στομάχι της τοπικής κοινωνίας είναι ο θάνατος των δύο σπουδαστών του ΤΕΙ Λάρισας από αναθυμιάσεις που προκάλεσε το μαγκάλι που είχαν ανάψει στο διαμέρισμα που διέμεναν για να ζεσταθούν αφού δεν είχαν χρήματα για να αγοράσουν πετρέλαιο. 
Στο άκουσμα της σοκαριστικής είδησης πολίτες, φορείς, σωματεία, δεν έκρυβαν την οργή τους κάνοντας λόγο για εγκληματικές ενέργειες από την πλευρά των κυβερνώντων που έχουν ρίξει τη χώρα σε μια άνευ προηγουμένου λιτότητα με τέτοιες συνέπειες".


Για το παραπάνω τραγικό γεγονός δεν υπάρχουν λόγια. 
Υπάρχουν όμως και αμέτρητες μικρές ιστορίες που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει την εξέλιξη. 
Όπως για παράδειγμα ο φοιτητής συγκάτοικός μου, ένα εξαιρετικό παιδί με πατέρα του-όταν υπάρχει μεροκάματο- και μητέρα άνεργη. 
Δουλεύει συγχρόνως όπου βρει, ξεπαγιάζει με σβηστό καλοριφέρ για να μην αυξηθούν τα κοινόχρηστα, τη βγάζει με πατάτες, αυγά και μακαρόνια, σπάνια δέχεται το φαγητό που κάποιες φορές του προσφέρουν οι συγκάτοικοι και πρόσφατα φιλοξενεί τον μικρότερο αδελφό του. 
Ο μικρός, πέρασε στα ΤΕΙ Αγρινίου, αλλά δεν μπορεί να παρακολουθήσει τη σχολή, λόγω έλλειψης χρημάτων. Περιμένει λοιπόν δουλεύοντας σε καφέ, ντιλίβερι και διανομές φυλλαδίων, να τελειώσει πρώτα ο μεγαλύτερος και μετά να φοιτήσει στη σχολή του. Κι όλα αυτά με πλήρη σοβαρότητα, υπομονή και επιμονή, κατόπιν συμφωνίας της οικογένειας όπως είπε, αλλά και αγανάκτηση και πολλά ερωτηματικά στα οποία, κάθε φορά που συζητάμε αδυνατώ να δώσω απάντηση.
Βρείτε μου έναν υπεύθυνο να πει κάτι λογικό σ' αυτά τα δυο παιδιά... να του πω κι εγώ κάτι που θέλω... 
Είμαι έξαλλη... Ακούω και διαβάζω σχόλια από τους βολεμένους και εξαγριώνομαι.

Δεν πάει άλλο βρε παιδιά.  
Και οι περισσότεροι από μας στον κόσμο μας τον πουπουλένιο που έτσι και φυσήξει ένας αέρας θα μας πάρει και θα μας σηκώσει μαζί με τα πούπουλα. Τη βγάζουμε με το χαχα και το μπούχα, έτσι και γίνει σοβαρή ανάρτηση ουδείς ασχολείται. 
Θάβουμε την αλήθεια όπως η γάτα τα κακά της κι έχουμε ήσυχη συνείδηση... 
Ο καιρός εγγύς; Ας γελάσω...