Το βλέμμα των παιδιών που κατά καιρούς κατηγορούνται
για άνομες πράξεις, όπως οι πρόσφατες καλή ώρα, συγκλονίζει.
Κοράκια αγριεμένα οι άμωμοι, κατασπαράζουν
πτώματα που άφησε στην έρημο ο λιμός.
Ο λιμός της ψυχής.
Ο λιμός και ο
καταποντισμός που προκάλεσε μια κοινωνία παραπαίουσα ανάμεσα στην ανομία και
την παράνοια.
Προσπαθώ ν’ ανιχνεύσω πίσω από τη ματιά τους.
Φόβος;
Θυμός; Περιφρόνηση;
Γιατί; Για ποιόν;
Για όποιον δεν τ’ αγκάλιασε, δεν τα φίλησε,
δεν τα προστάτεψε, δεν τ’ αγάπησε, δεν τα πίστεψε;
Για όποιον παραμέλησε,
ξεγύμνωσε, στέρεψε, πρόδωσε τα όνειρά τους, τσαλάκωσε και καταπλάκωσε την
παιδική ψυχή στα πεζοδρόμια του θανάτου του φίλου και του αδερφού, θυσία στη σχιζοφρένεια του απάνθρωπου;
Γιατί; Πώς; Ποιός;
Πάντως όχι το παιδί...
Το θυμωμένο παιδί δεν το καταλαγιάζει η εκδίκηση,
αντίθετα το ενσαρκώνει σε ταύρο της αρένας που προτάσσει τα κέρατα για να
προστατευτεί, ξεκοιλιάζοντας τον ταυρομάχο.
Το πεινασμένο παιδί, το παιδί που
λιμοκτονεί δεν αναλύει τα συστατικά του σερβιρισμένου μενού, το καταβροχθίζει
με βουλιμία, αν είναι δηλητηριασμένο θα το διαπιστώσουν οι επιζήσαντες.
Αφήνοντας στην κρίση των αρμοδίων την πράξη αυτή καθαυτή, ας δούμε τα παιδιά μέσα από την πέννα του Χαλίλ Γκιμπράν.
Μπορεί να τους δώσετε την αγάπη σας, αλλά όχι τις σκέψεις σας,
Γιατί έχουν τις δικές τους σκέψεις.
Μπορεί να στεγάσετε το σώμα τους, αλλά όχι τις ψυχές τους,
Γιατί η ψυχή τους κατοικεί στο σπίτι του αύριο,
που δεν μπορείτε να επισκεφθείτε, ούτε στα όνειρά σας






